Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Περί γραφειοκρατίας

Το έγραψα αλλού ως σχόλιο. Το μεταφέρω κι εδώ γιατί είναι ενδιαφέρον, πριν την πατήσουμε όπως ο γκόλστάιν στο 1984 και μας σβήσουν από παντού...
(υγ: ξεκινάει λίγο απότομα γιατί πατάει σε προηγούμενα).

Συνοπτικά η άποψη του Τρότσκι είναι ότι ο βασικός λόγος ύπαρξης της γραφειοκρατίας είναι το χαμηλό επίπεδο παραγωγής και κατά συνέπεια το χαμηλό παραγόμενο υπερπροϊόν.
Απλοϊκό παράδειγμα χονδροειδούς απλούστευσης. Αν κάθε άνθρωπος χρειάζεται μ.ο. δέκα μονάδες από κάτι και η σοβιετική κοινωνία παράγει τριάντα για πέντε ανθρώπους, καθιστάται απαραίτητη η ύπαρξη γραφειοκρατίας που θα εξασφαλίσει την “δίκαια” κατανομή του εν λόγω αγαθού.Δεν αρκεί από μόνο του για πληρη εξήγηση, αλλά είναι υπαρκτή πτυχή και από τα πλέον σημαντικά αίτια ύπαρξης του φαινομένου.
Είναι γνωστή επίσης η άποψή του για τον εργατικό μεν, αλλά γραφειοκρατικά εκφυλισμένο χαρακτήρα του κράτους στην ΕΣΣΔ.

Ο Λένιν πριν την οκτωβριανή επανάσταση υποτιμά σαφώς την “δυναμική” του φαινομένου και τα προβλήματα που θα δημιουργήσει η εξάλειψή του στην σοβιετική εξουσία.

Στο κράτος κι επανάσταση πχ λέει ότι “θα συντελεστεί η άμεση μετάβαση σε ένα σύστημα όπου όλοι θα εκτελούν χρέη ελέγχου και εποπτείας, όλοι για ένα διάστημα θα γίνουν “γραφειοκράτες” και γι’ αυτό κανένας δεν θα μπορεί να γίνει “γραφειοκράτης”.”Στη συνέχεια έδωσε μεγάλο βάρος στην πάλη κατά της γραφειοκρατίας και την επισήμανση των κινδύνων που συνεπαγόταν, αλλά στην πράξη ήταν πολύ δύσκολο να εφαρμόσει όσα ο ίδιος έλεγε προεπαναστατικά.
Κι όμως τέτοιου είδους μέτρα (ακόμα και η κυκλική εναλλαγή στην ανάληψη καθηκόντων, την οποία έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε καχύποπτα, αν όχι να αποστρεφόμαστε), όπως και οι “ξεχασμένες” στην πράξη αρχές που έβγαλε ο μαρξ μέσα από την εμπειρία της κομμούνας (κρατικοί λειτουργοί αιρετοί και ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, με άμοιβή όχι μεγαλύτερη από το μέσο μισθό ενός εργάτη) είναι μοναδικής αξίας εχέγγυα απέναντι στις τάσεις γραφειοκρατικοποίησης.
Προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα την σκοπιμότητα του θεσμού της μονοπρόσωπης διεύθυνσης παραγωγικών μονάδων και για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε το σοβιέτ εργατών της εν λόγω μονάδας να ασκήσει συλλογική διεύθυνση αντί της αυθεντίας, που εφόσον ήταν όντως ειδικός, θα μπορούσε να παίξει απλώς συμβουλευτικό ρόλο.

Η ερμηνεία που δίνει ο Παυλίδης στο δικό του βιβλίο (τον οποίο παρεμπιπτόντως θεωρώ πολύ πιο αξιόλογο από αρκετούς πολυδιαφημισμένους διεθνείς μελετητές) βασίζεται στην -κατά τον συγγραφέα- βασική αντίθεση της σοβιετικής κοινωνίας και την αναντιστοιχία ανάμεσα στον προωθημένο, κομμουνιστικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής στο σοσιαλιστικό σύστημα και τον χαμηλό βαθμό ουσιαστικής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής στην ΕΣΣΔ.

Πρόκειται δηλαδή για απόλυτα υλιστική ερμηνεία, βασισμένη στην διαλεκτική αντίθεση σχέσεων παραγωγής και παραγωγικών δυνάμεων και αυτό είναι και το πρώτο μεγάλο της πλεονέκτημα.
Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι δεν αποδίδει την γραφειοκρατική στρέβλωση αποκλειστικά, ή κύρια στον υποκειμενικό παράγοντα, κι ως ένα βαθμό δεν την θεωρεί καν στρέβλωση, αλλά αναλύει ότι η ύπαρξή της είναι αναπόφευκτη και βασισμένη σε αντικειμενικά αίτια.
Σε αντίθεση δηλ με αυτό που κάνουμε εμείς…

Οι οποίοι εμείς αποδίδουμε αρκετά απλοϊκά τα πάντα στον υποκειμενικό παράγοντα. Παραβιάσεις των σοσιαλιστικών νομοτελειών και των αρχών σοσιαλιστικής οικοδόμησης κι άλλα τέτοια όμορφα.

Μα ο σοσιαλισμός δεν παύει να είναι μεταβατική, αντιφατική κοινωνία με αρκετά κατάλοιπα από τον καπιταλισμό. Ας πάψουμε επομένως να θεωρούμε στρέβλωση οτιδήποτε “στραβό” προκύπτει και δεν συμφωνεί με την ιδέα περί ολοκληρωμένου κομμουνισμού που έχουμε στο κεφάλι μας. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναλύσουμε κριτικά τις τάσεις γραφειοκρατικοποίησης στην ΕΣΣΔ και τις ευθύνες του υποκειμενικού παράγοντα.Όσο για το κόμμα, νομίζω ότι λείπει γενικά μια ανάλυση για το γραφειοκρατικό φαινόμενο (πέρα από κάποιες ξώφαλτσες αναφορές στην ΚΟΜΕΠ). Αυτή η έλλειψη διακρίνει τόσο το κείμενο για τις ανατροπές με τις πρώτες εκτιμήσεις που βγάλαμε το 95′ όσο κι ένα κατοπινό κείμενο που έχουμε υπ’ όψιν μας…

Τέλος για τον Ρούση. Δεν γράφει κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο ως μελετητής/μαρξιστής φιλόσοφος, αλλά κάνει πολλές παραπομπές στους κλασικούς -κι όχι μόνο- αναδεικνύοντας πολλά ξεχασμένα κείμενα-θησαυρούς από το έργο τους, αλλά και αρκετές αντιφάσεις τους.

Προσωπικά τον εκτιμώ ιδιαίτερα για την έμφαση που δίνει στην ανάλυση της κομμουνιστικής προοπτικής ως χειραφέτηση και ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, κι όχι ως ένα απλό οικονομικό αίτημα δικαιότερης κατανομής. Με άλλα λόγια ως άρση του αλλοτριωτικού χαρακτήρα της εργασίας και μετατροπή της σε ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα κι όχι απλά ως άρση της εκμετάλλευσης (που βέβαια είναι προϋπόθεση του πρώτου όρου).
Για την γραφειοκρατία στην ΕΣΣΔ, κάνει σωστές παρατηρήσεις για το έλλειμμα συμμετοχής και δημοκρατίας που το εξέθρεψε, αλλά απολυτοποιεί το αίτιο αυτό και υπερβάλλει θυμίζοντας λίγο εργατική αντιπολίτευση και ΝΑΡ (από το οποίο πέρασε ένα φεγγάρι) με ρητορική εργατική δημοκρατία κτλ.

Το τελευταίο του βιβλίο είναι το “ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς” και μολονότι έχει κάποιες αδυναμίες και μονομέρειες -ειδικά στην κριτική του στην ΕΣΣΔ- είναι αξιόλογο, όπως άλλωστε κάθε του έργο. Σε κάθε περίπτωση είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα πρώτα του βιβλία, της “ΚΚΕ” εποχής του.

Αναρωτιόμαστε για ποιο λόγο τόσο οξυδερκείς πολιτικοί αναλυτές και επιστήμονες έπεσαν σε τέτοια λούμπα με τον Γκόρμπι. Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί σε αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτέλεσε την κύρια παθογένεια του κομμουνιστικού κινήματος κατά τον 20ό αιώνα. Δηλ την υπαγωγή της θεωρίας στις τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες και τακτικές. παθογένεια που έφτασε στο αποκορύφωμά της επί Μπρέζνιεφ κι η οποία εν μέρει μας ταλαιπωρεί ακόμα.

Αυτό είναι και το κύριο χαρακτηριστικό των έργων του ρούση αυτή την περίοδο. Έχοντας διαβάσει προηγουμένως πιο πρόσφατα βιβλία του, είχα πολλές προσδοκίες -λόγω θεματολογίας- από τα παλιά του έργα, αλλά απογοητεύτηκα και με έκπληξη διαπίστωσα ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης βαριόμουν αφόρητα. Ειδικά το βιβλίο του για την συμμετοχή των εργαζομένων σχεδόν δεν διαβάζεται.Δεν είναι τόσο η ξύλινη γλώσσα, όσο τα ξύλινα συμπεράσματα. Λείπει η φρεσκάδα, η διεισδυτικότητα, το κριτικό πνεύμα, πιθανότατα γιατί έχουν υπαχθεί σε έτοιμα πολιτικά συμπεράσματα. Έτσι εξηγείται και η πλήρης αποτυχία πρόβλεψης κάποιων πραγμάτων για τον γκόρμπι -που ούτως ή άλλως και πέρα από αυτά είχε πολύ μεγάλο ρεύμα και είχε δημιουργήσει τεράστιες προσδοκίες.
Παρόλα αυτά τα βιβλία του ρούση και γενικότερα εκείνη η εποχή παραμένουν αξεπέραστα. Σήμερα, που περάσαμε το στάδιο της ανασυγκρότησής μας (που στα ρώσικα μεταφράζεται περεστρόικα) και πατάμε πλέον γερά στα πόδια μας… πού είναι το ΚΜΕ, το θεωρητικό έργο, τα βιβλία πολιτικών στελεχών, οι καινούριες πολιτικές εκδόσεις της σύγχρονης εποχής;

Όσο για τους διεθνείς μελετητές αξίζει να μελετηθεί το βιβλίο “ο Ρούσης για τη γραφειοκρατία” του ρώσου συγγραφέα βλάντιμιρ ιλίτς ουλιάνωφ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: