Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Βασίλης ή Θανάσης

Όσοι (ζούνε για να) τους ακούνε, αναφέρονται σε αυτούς με το μικρό τους όνομα, σα να ‘ταν μέλη της παρέας, που δεν χρειάζεται κάτι άλλο για να καταλάβει και να βγει συνεννόηση. Τι γίνεται όμως αν βρεθούν όλοι μαζί σε μια ανάμικτη παρέα και πει κάποιος ουδέτερος «μου αρέσουν τα τραγούδια του παπακωνσταντίνου»; Ποιον από τους δύο εννοεί; Πώς είναι δυνατόν να μην ακούει το δικό μας και να εννοεί τον άλλον; Και ποιος ακριβώς είναι ο δικός μας;

Τα γούστα είναι προφανώς υποκειμενικά. Αλλά αν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε με αντικειμενικούς όρους, δε νομίζω πως μπορεί να σταθεί οποιαδήποτε σύγκριση. Πάρε για παράδειγμα με ποιους καλλιτέχνες έχει συνεργαστεί ο καθένας. Ο βασίλης έχει τραγουδήσει μεταξύ άλλων θεοδωράκη, λοΐζο, μικρούτσικο, άσιμο, chris de burg αν θες ακόμα σε διεθνή κλίμακα. Η πιο γνωστή συνεργασία του θανάση είναι με τον (έλεος!) σαββόπουλο, ενώ κορυφαία στιγμή του, για μένα, είναι ότι έγραψε τους στίχους για το μαύρο γάτο και το λεγεωνάριο του βασίλη –που είχε γράψει και τη μουσική σε αυτά τα δύο. Ο οποίος όμως έχει πει ακόμα στίχους από τριπολίτη, αλκαίο, καββαδία, καρυωτάκη, νικολακοπούλου –κι αφήνω απέξω πόσους ακόμα.

Όχι, δε ζούμε για να ακούμε το σημερινό βασίλη, αλλά τα παλιά του. Πέντε από τους δίσκους που βγήκαν στη δεκαετία με τις βάτες, από το «φοβάμαι» ως το «χορεύω», με ενδιάμεσους σταθμούς τη «διαίρεση», τα «χαιρετίσματα» και το «όλα από χέρι καμένα», μένουν αλύγιστα στον χρόνο κι αξεπέραστα, κατά τη γνώμη μου πάντα, στην ελληνική δισκογραφία. Ο βασίλης παπακωνσταντίνου παράκμασε σταδιακά τα τελευταία είκοσι χρόνια (κι απότομα από τότε που έπαψε να συνεργάζεται με τον κροκίδη) όπως όλες σχεδόν οι αξίες, τα ακούσματα και οι αναφορές, μουσικές και πολιτικές, της μεταπολίτευσης. Έζησε όμως σε αυτήν την περίοδο τα πιο ώριμα, δημιουργικά χρόνια του και εξέφρασε απόλυτα το μοντέρνο πνεύμα της, την πολιτική της ιδιαιτερότητα, το πάθος της και την πιο άγρια εκδοχή της που συνεπήρε κάθε νέο της εποχής. Ο θανάσης εμφανίζεται και τρυπώνει στο κενό που αφήνει αυτή ακριβώς η περίοδος κι η παρακμή των ιδανικών της.

Πολλά τραγούδια του βασίλη είναι σκοτεινά και μελαγχολικά –από τις πρώτες αίτιες αύξησης των αυτοκτονιών, όπως λέγαμε μεταξύ σοβαρού κι αστείου με μια φίλη- αλλά μιλάνε για την πολιτεία, τα στενά, τους θορύβους της, τις ανάσες και της ανησυχίες της. Ενώ οι δουλειές του συνεπώνυμου είναι το τραγούδι της ήττας, εκφράζουν την υποχώρηση και την αναχώρηση στο παρελθόν, στο χωριό και την παράδοση, βρίσκουν καταφύγιο σε καπηλειά και τεκέδες. Κατ’ επέκταση ο ήχος του βασίλη είναι βασικά ροκ (με στοιχεία χαρντ ποπ, όπως λέει το λαϊκό στρώμα), με μπάσα, σαξόφωνα και πλήκτρα, ηλεκτρικές κιθάρες που κλαίνε, άγριος και ρυθμικός σαν τον ήχο της πόλης. Ενώ αυτός του θανάση γεμάτος ούτια, λύρες και καλό ελαιόλαδο από την επαρχία, χωρίς να πιάνει όμως τα μηνύματα και την ποιότητα των «αγροτικών».

Ο βασίλης κοροϊδεύει εδώ και χρόνια τον κόσμο, πασχίζοντας θαρρείς να χαλάσει την υστεροφημία του με τις δουλειές που βγάζει. Οπότε το κείμενο αυτό μπορεί να θεωρηθεί κι ως μνημόσυνο σε ένα ημιτελή θάνατο, όπως έγραφε ένας άλλος μέγας βασίλειος, που ουσιαστικά έχει επέλθει προ πολλού, από καλλιτεχνική άποψη. Όπως μου λένε όμως οι οπαδοί του θανάση, κι αυτός έχει πολύ καιρό να βγάλει κάτι καινούριο που να δικαιώνει την προσμονή τους. Μπορεί βέβαια να κάνει πολύ καλύτερες συναυλίες, αλλά αυτό έχει να κάνει με την ηλικία και με το γήρας, που δεν έρχεται μόνο του. Και αν ήταν ροκ, δεν τον λυπάται, έγινε κιόλας εξήντα χρονών.

Αν το δούμε διαχρονικά όμως και πάρουμε την καλύτερη συναυλία που έχει κάνει ποτέ ο καθένας, οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές –απ’ τον κόσμο που μάζευαν ως την ενέργεια και το πάθος που έβγαζαν. Οι παλιές συναυλίες του βασίλη ήταν πολιτικό-πολιτισμικό γεγονός, απ’ αυτές για τις οποίες θα άξιζε να κάψεις μία από τις τρεις ευχές σου, για να γυρίσεις πίσω τον χρόνο και να τις ξαναζήσεις –μαζί με τις πρώτες πολιτικές συναυλίες της μεταπολίτευσης. Άλλες εποχές θα μου πεις βέβαια, τότε τα στάδια γέμιζαν για πλάκα. Δε διαφωνώ πως είναι άδικη η σύγκριση, αλλά αυτό ακριβώς λέω και παραπάνω. Δες ποια εποχή εξέφρασε ο καθένας και πες μου πώς είναι δυνατόν να τις συγκρίνεις.

Αυτό μας δίνει την πάσα για να δούμε και μια τελευταία παράμετρο, που ‘χει να κάνει με το πολιτικό κομμάτι. Πονεμένη ιστορία και για τους δύο, και ας είναι κυρίως ο δικός μας (με την ευρεία έννοια) κόσμος που τους αγκάλιασε και τους ακολουθεί.

Ένα κοινό, τυπικό ίσως γνώρισμα που μπορεί να διακρίνει κανείς σε κάποια τραγούδια τους είναι το αδιέξοδο της ατομικής άρνησης και διαφυγής. Στο «άσε με να κάνω λάθος» ο βασίλης, που πάντοτε έπαιζε με τις τάσεις της πολιτικής μόδας και με τη (ντεμέκ ή μη) αναρχία, δε γουστάρει να σωθεί κι απαξιώνει τις «κατακτήσεις και τις μαζικές δομές», γιατί το βασικό είναι «πώς περνούν τη νύχτα με δυο φίλους σε ένα υπόγειο σκυφτό» και «η σύριγγα αδειάζει». Μια στροφή που ποτέ δεν τον πέτυχα να την τραγουδάει στα φεστιβάλ που πρόλαβα, σε αντίθεση με τον τζιμπουτιανό ουίλι και την άσπρη σκόνη που θα του δίνει ο θεός –αυτό παρεμπιπτόντως και παρενθετικά.

Πολλές φορές όμως η ατομική άρνηση βρίσκει στα τραγούδια του μια περίεργη συλλογική διέξοδο, πχ στο «για μένα τραγουδώ», όπου βρίσκει στους δρόμους κάποιους με μακριά μαλλιά και ξεκολλάει από το ερωτικό του απωθημένο. Αντίθετα με τον πιο γνωστό κινηματικό στίχο του θανάση, από το αερικό. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει. Η λύση δηλ για να νικήσουμε τις φυλακές κι όσα μας κρατάνε δέσμιους είναι να γίνουμε ξωτικά, η πλήρης άρνηση της πραγματικότητας και μια φαντασιακή διαφυγή-απόδραση.

Κατά τα άλλα, αν θέλουμε να τους κρίνουμε με τους δικούς μας όρους (πολιτικής καθαρότητας όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) πιθανότατα θα απογοητευτούμε. Ναι μεν τρέχουν κι οι δυο σε διάφορες συναυλίες αλληλεγγύης (ερτ και γιουγκοσλαβία είναι τα δύο πρώτα που μου έρχονται στο νου για το βασίλη), παράλληλα όμως έχουν κάνει αρκετές παρασπονδίες, όπως και όλοι σχεδόν οι καλλιτέχνες πρώτης γραμμής (ο βασίλης πχ έχει τραγουδήσει στα πλαίσια των ολυμπιακών για τον εθελοντισμό, αν θυμάμαι καλά, ενώ ο θανάσης, πιστός στη λογική «επιστροφή στη φύση» που βγάζουν τα τραγούδια του, έχει πάει στο φεστιβάλ των οικολόγων πράσινων!)

Σήμερα ο ένας βρίσκεται μάλλον κοντά στο επαμ του καζάκη κι ο άλλος κάπου κοντά στο αντάριζα, αλλά εμφανίζεται συχνά και στα φεστιβάλ του συνασπισμού. Κάποτε είχε δώσει μια συνέντευξη και στον οδηγητή, αλλά στη συλλογική συνείδηση είναι μάλλον καταχωρημένος στην άλλη πλευρά. Και αν ποτέ ερχόταν σε κάτι δικό μας, θα ήταν τόσο περίεργο, όσο και το να πήγαινε ο βασίλης σε κάτι άλλο πλην του φεστιβάλ της κνε. Γιατί κάθε πλευρά έχει, παρόλα όσα, το δικό της παπακωνσταντίνου
 Κι ο παπακωνσταντίνου κατά βάση ένας είναι, σαν το κόμμα κι αυτός, άσχετα αν τα έχουμε σπάσει τον τελευταίο καιρό


Υγ: το αρχικό σχέδιο ήταν να υπάρχει κι ένα δεύτερο μέρος από διαφορετική σκοπιά, ως αντίλογος στα παραπάνω, αλλά σκόνταψε κάπου στην πορεία και δεν προχώρησε. Ούτως ή άλλως περιμένω να εκδηλωθεί ισχυρός αντίλογος στα σχόλια και να καλύψει το κενό –χωρίς ωστόσο δυνατότητα δικής μου άμεσης ανταπάντησης, για τις επόμενες μέρες τουλάχιστον.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Ο έλεγχος της πρώτης φάσης

Η φάση των ομίλων στη βραζιλία ολοκληρώθηκε, αφήνοντας την ίδια εντύπωση που είχαμε και στο ξεκίνημα: ότι πρόκειται δηλ για ένα από τα καλύτερα μουντιάλ όλων των εποχών. Ναι αλλά μήπως μπερδεύουμε το ωραίο θέαμα με τις αφελείς, ανοιχτές άμυνες και τα πολλά γκολ, γιατί ως εκεί καταλαβαίνουμε το άθλημα; Όχι σφοι, δεν είναι μόνο αυτό, ούτε πως για πρώτη φορά από το 98’ σκόραραν όλες οι ομάδες της διοργάνωσης –ακόμα κι η εθνική μας. Είναι επίσης οι εκπλήξεις, οι διακυμάνσεις του σκορ, η εναλλαγή συναισθημάτων, η απουσία ύποπτων, πονηρών αποτελεσμάτων την τελευταία αγωνιστική όπου συνήθως στήνονται διάφορες ομορφιές, η ζεστή λάτιν ατμόσφαιρα σε μια χώρα που ζει για το ποδόσφαιρο αλλά πεθαίνει για ένα κομμάτι ψωμί έξω από τα γήπεδα.

Το πιο εντυπωσιακό πάντως είναι πως πολλά κλειστά παιχνίδια ξεφεύγουν από το μηδέν και γίνονται παραγωγικά στο δεύτερο μέρος. Κάτι που έχει διπλή ανάγνωση: αφενός πως πολλοί παίκτες είναι βουτηγμένοι στη ντόπα, για να μπορούν να τρέχουν τόσο πολύ, τέλος σεζόν σε τέτοιες καιρικές συνθήκες (υγρασία κι υψηλές θερμοκρασίες)· κι αφετέρου πως στο τέλος βαραίνουν περισσότερα τα πόδια τους από την κούραση και μένουν πολλά κενά στην άμυνα. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο πάντως. Και δεν είναι τυχαίος ίσως ο αποκλεισμός τριών εθνικών (αγγλία, ιταλία, ισπανία) από τις χώρες με τα πιο δύσκολα κι απαιτητικά πρωταθλήματα που ξεζουμίζουν τους ποδοσφαιριστές. Στην πραγματικότητα δεν πέθανε το τίκι-τάκα των ισπανών (που κυριολεκτικά είναι εκείνο το μαραφέτι σαν εκκρεμές με μπαλάκια, που έχουν οι ψυχίατροι για να σε υπνωτίζουν)· ψόφησαν στην κούραση όμως οι παίκτες που το εφάρμοζαν και δίνουν δεκάδες παιχνίδια τον χρόνο σε κορυφαίο επίπεδο.

Στο κομμάτι της τακτικής παρεμπιπτόντως, δεν παρακολουθούμε κάποιο καινοτόμο ή επαναστατικό σύστημα, αλλά μια αναπαλαίωση πετυχημένων συνταγών του παρελθόντος: το παλαιομοδίτικο 3-5-2, που έπαιζαν κι οι σοβιετικοί του λομπανόφσκι και το 4-4-2 που λάνσαρε φέτος η ατλέτικο σε κάποια παιχνίδια. Το ποδόσφαιρο είναι καθρέφτης της πραγματικής ζωής και της πολιτικής, όπου κάποιοι βλέπουν ως λύση και διέξοδο από την κρίση, την επιστροφή στο (κεϊνσιανό) παρελθόν και όχι μια ριζική αλλαγή του (κοινωνικού) συστήματος.


Μία πτυχή της ομορφιάς αυτού του μουντιάλ είναι ίσως και το βατερλό των ευρωπαϊκών ομάδων και σύσσωμου σχεδόν του ευρωπαϊκού νότου, πλην της ελλάδας, που ήταν θεωρητικά ο αδύναμος κρίκος στον όμιλό της, αλλά συνεχίζει μαζί με τις περισσότερες χώρες του αδύναμου κρίκου της λατινικής αμερικής. Η μόνη ομάδα της conmebol που αποκλείστηκε στους ομίλους, για να γίνει ο αθλητικός αδύναμος κρίκος στον πολιτικό, δυνητικά, αδύναμο κρίκο της λατινικής αμερικής, είναι το εκουαδόρ του κορέα. Οι υπόλοιπες πέντε προκρίθηκαν στη φάση των 16. Κι αν συνυπολογίσουμε το μεξικό και την κόστα ρίκα, που τυπικά ανήκουν σε άλλη ομοσπονδία, αλλά στην ουσία είναι και αυτές κομμάτι της λατινικής αμερικής, η πρώτη φάση των νοκ άουτ θυμίζει ένα μικρό copa america.

Το κακό είναι πως πολλές από αυτές θα συγκρουστούν μεταξύ τους και θα αλληλοεξουδετερωθούν μέχρι τα ημιτελικά. Ο νικητής του βραζιλία-χιλή αντιμετωπίζει στους 8 το νικητή του ζευγαριού κολομβία-ουρουγουάη και μόνο μία από αυτές τις τέσσερις ομάδες θα φτάσει στην τελική τετράδα. Το καλό είναι πως στην άλλη μεριά του ταμπλό, η αργεντινή έχει μάλλον βατό πρόγραμμα ως τον τελικό, όπου είναι πολύ πιθανό να δούμε το ιδανικό μάλλον ζευγάρι: βραζιλία εναντίον αργεντινής. Αν και με τόσες εκπλήξεις, μάλλον θα σκάσει κάπου στην πορεία η αλυσίδα από κάποιο αουτσάιντερ

Ακόμα και από την ελλάδα, που είναι στην ίδια πλευρά του ταμπλό κι έπαιξε την μπάλα της ζωής της απέναντι στην ακτή, παίρνοντας την πρόκριση κόντρα σε κάθε προγνωστικό. Μεθαύριο αντιμετωπίζει την άλλη ευχάριστη έκπληξη του μουντιάλ (αν και δεν ξέρω πόσο ευχάριστη είναι η δική μας εθνική για το μέσο φίλαθλο) την κόστα ρίκα, που βγήκε πρώτη και ζωντανή από το γκρουπ του θανάτου (με ιταλία, αγγλία κι ουρουγουάη). Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως έχει στις τάξεις της τον.. γέλτσιν τεχέδα, που είναι 22 χρονών κι η χρονολογία γέννησής του δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφιβολίας για το κίνητρο και τις πολιτικές προθέσεις των γονιών του.

Τι άλλο είδαμε αυτές τις μέρες; Το νεϊμάρ να αφυπνίζεται και να κάνει όσα δεν έκανε φέτος στην μπάρτσα. Την αργεντινή να εξαρτάται υπερβολικά από το μέσι και τις εμπνεύσεις του. Το σουάρες να μπαίνει στο μάτι της φιφα με τη.. μασέλα του θεού, σε μια γκροτέσκα ουρουγουανή παραλλαγή μαραντόνα. Τη γαλλία να παίζει καλύτερα χωρίς το ριμπερί, το ρόμπεν να τρέχει σα φόρεστ γκαμπ ως συνήθως, τον κριστιάνο να βάζει δυο γκολ, να χάνει πολύ περισσότερα και να πηγαίνει νωρίς σπίτι του χωρίς δάκρυα αυτή τη φορά, τον κλόζε να πιάνει τον πραγματικό ρονάλντο στους αρχισκόρερ των μουντιάλ. Γερμανία και ηπα να προχωράν σε φιλικό, ιμπεριαλιστικό διακανονισμό στο τελευταίο παιχνίδι τους, για να περάσουν κι οι δύο, χωρίς να εκτεθούν και να φάνε τα μουστάκια τους. Τη φίφα να εφαρμόζει την καινοτομία του τάιμ-άουτ (!), για να αντέξουν οι παίκτες τις ειδικές συνθήκες και το φονικό συνδυασμό υγρασίας-ζέστης, όπως στο ηπα-πορτογαλία –εκτός κι αν ήταν διαφημιστικό κόλπο, για να ρίξουν μερικά σποτάκια παραπάνω στην αμερική.
Και το ντρογκμπά να προσεύχεται γονατιστός στον αλλάχ, αλλά να μένει μπουκάλα στο 93’, σε μια φάση που τελικά ήταν περισσότερο πέναλτι απ’ όσο φαινόταν αρχικά. Αλλά αυτή τη λήψη την είδαμε πολύ αργότερα και στο ενδιάμεσο είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε μια παρέλαση αντικειμενικών φουστανελοφόρων δημοσιογράφων που έβλεπαν τη φάση και έκαναν γαργάρα αυτό που έβλεπαν, στο βωμό του.. εθνικού συμφέροντος.

Κι εδώ έρχεται το διαχρονικό ερώτημα με ποιους να πας και ποιους να αφήσεις. Με το κίβδηλο σαξές στόρι της ισχυρής ελλάδας ή με το τραγούδι της ήττας της.. μίζερης αριστεράς –όπως αυτοπροσδιορίζεται τουλάχιστον; Με το φεστιβάλ γραφικότητας στους δρόμους και τους.. αυθόρμητους πανηγυρισμούς, που περιμένουν τις τηλεοπτικές κάμερες, για να ανάψουν και να απαθανατιστούν; Με τα κρυφά και φανερά φασισταριά που βρίσκουν καταφύγιο μες στο πλήθος και τους προγονόπληκτους που φέρουν ασπίδες και περικεφαλαία, για να είναι βλάκες με πατέντα; Με τους ρουφ δημοσιογράφους και τους αστούς πολιτικούς, που πέφτουν σαν τα κοράκια πάνω σε κάθε αθλητική επιτυχία και σε κάνουν να μετανιώνεις την ώρα και τη στιγμή που νικήσαμε; Και με το σπυρόπουλο, που αποδείχτηκε κι αυτός «εθνικάρας» με άναρθρες κραυγές στο μικρόφωνο, αν και είχε δημιουργήσει αρχικά σε πολλούς άλλες προσδοκίες; Με όσους κάνουν το ίδιο ακριβώς λάθος από την ανάποδη ως προς την πραγματική σημασία του αγώνα κι εύχονται να αποκλειστεί μια ώρα αρχίτερα η εθνική –λες κι αυτό επηρεάζει κάπως το κίνημα και την ταξική πάλη; Με τον μπογιό που διακηρύσσει πως η μπάλα είναι μια θρησκεία χωρίς απίστους και κηρύσσει τζιχάντ προς κάθε λογής αλλόθρησκο; Ή με τους δυσκοίλιους, που μπερδεύουν το ταξικό μίσος με την προσωπική τους απέχθεια για το ποδόσφαιρο;

Ή μήπως τελικά με τους φατμέ, που στον καιρό τους περιέγραψαν πολύ γλαφυρά αυτή την ψυχοσύνθεση, με αφορμή το ευρωμπάσκετ του 87’ αν δεν κάνω λάθος.
Βγαίνω μια βόλτα στην αθήνα και βλέπω φάτσες γελαστές
Θα ξανάρθει η ρουτίνα και θα ξανάρθουνε βροχές
Θα ξανάρθει η ρουτίνα, μα κάτι άλλαξε από χτες..
Είμαστε πια πρωταθλητές, έρχονται άλλες εποχές.


Το βασικό είναι να καταλάβουμε πως όσο δεν αλλάζει κάτι στην καθημερινότητα του λαού μας, που τρώει τα γκολ το ένα πίσω από το άλλο, και δεν του δίνουμε μια διαφορετική προοπτική, τόσο αυτός θα ψάχνει να ρεφάρει σε άλλες σφαίρες, με άσφαιρες διεξόδους που του χρυσώνουν το χάπι. Εξίσου βασικό είναι επίσης, όπως έγραψε κάποιος και στο τουίτερ, ότι ο μέσος φίλαθλος διαμορφώνει ενιαίο κριτήριο σε νίκες και σε ήττες και είναι πάντα ο κλασικός ο μπι-μπιπ ο έλληνας με τα τρία άλφα, που δεν είναι δηλωτικά της ποιότητάς του, αλλά της αθλητικής του παιδείας.


Κάτι που φάνηκε και στην περίπτωση του γηπέδου στη νέα φιλαδέλφεια με κάποιους φίλους της αεκ, που αδυνατούν να διαχωρίσουν τα συμφέροντα του μελισσανίδη από το καλό της ομάδας τους και εν προκειμένω αποδεικνύουν πως αλλού είναι η στρούγκα (ό,τι λογής κι αν είναι) και αλλού τα πρόβατα του ιδιωτικού στρατού.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Φως ανάμεσα στις σκιές

Η κε του μπλοκ αντιγράφει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του χόρχε μέντες «φως ανάμεσα στις σκιές», όπου ο συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του κκ χιλής, περιγράφει την περιπέτειά του μετά από την ήττα του αλιέντε και την επιβολή της δικτατορίας του πινοσέτ και όσα βασανιστήρια υπέστη στα χέρια της αστυνομίας του καθεστώτος –που συχνά δεν αναγνώριζε καν την ύπαρξη κρατουμένων και ξεφορτωνόταν τα πτώματά τους με διάφορους τρόπους. Καλή ανάγνωση.



«Πώς αισθάνεσαι γεροντάκο;»
Ήταν η φωνή του χοντρού. Καθόταν στα δεξιά μου. Σήκωσα με προσπάθεια το κεφάλι μου, χωρίς να του απαντήσω. Το τσακάλι φαινόταν να γελάει.
«Θα μιλήσεις τώρα; Ξέρεις ότι μπορούμε να σε λιώσουμε. Άλλωστε έχουμε στα χέρια μας τη γυναίκα σου και τις κόρες σου».
Αυτός ο τύπος είναι που τα διευθύνει όλα. Κάνει τους υπολογισμούς του. Μ’ αφήνουν να κοιμηθώ όσο είναι απόλυτα αναγκαίο για να μην καταρρεύσω ολότελα… Η Μαρία; Οι κόρες μου;
«Τι θέλετε να σας πω;»
«Φαίνεται ότι συνήλθες για τα καλά. Σήκω πάνω, λοιπόν. Στον τοίχο φιλαράκο. Όταν αποφασίσεις να μιλήσεις, φώναξέ με. Άκουσες; Μέχρι τότε θα εξακολουθήσεις να στέκεσαι όρθιος».

Με έπιασε από το ένα μπράτσο και με σήκωσε. Άκουσα πάνω στο δάπεδο τους βαριούς ήχους των βημάτων που απομακρύνονταν. Τα πόδια μου τρεμουλιάζανε από την κούραση. Τα ένιωθα σκληρά, πολύ σκληρά. Στους αστράγαλους χτυπούσαν σα σφυριές οδυνηροί παλμοί. Δεν αντέχω άλλο, απλά δεν αντέχω. Αν δεν μπορέσω να κοιμηθώ, θα έρθει η ώρα που θα πάω στο τρελοκομείο. Ένα είδος απελπισίας μου έσφιξε το στομάχι. Ο ιδρώτας έτρεχε πάλι ποτάμι, μουσκεύοντας την ταινία, ζεσταίνοντάς με σε μαρτυρικό βαθμό. Αχ, αν είχα ένα μαχαίρι… Θ’ αρκούσε να το περάσω μια φορά πέρα-πέρα στο λαιμό μου. Ήταν εύκολο, αν έδινα τη μαχαιριά με αποφασιστικότητα, με δύναμη. Όλη αυτή η περιοχή του κορμιού είναι μαλακή και πλούσια σε φλέβες κι αρτηρίες. Εκεί βρίσκεται η τραχεία. Δεν είναι παρά ένας χόνδρος… Ε καλά, δεν έχω μαχαίρι. Ένα ξυραφάκι ξυρίσματος; Τίποτα. Αυτοί οι τύποι μου τα πήραν όλα, μέχρι και τις καρφίτσες… Ένα στέρεο κομμάτι σύρμα θα έκανε. Το βάζω ανάμεσα στα πλευρά, επάνω στην καρδιά και δίνω μια δυνατά κόντρα στον τοίχο, με φόρα, μια και κάτω. Το λίγο-λίγο δεν ωφελεί. Πρέπει να το κάνεις απότομα, έτσι που το σύρμα να χωθεί μέσα για μέσα, ως το βάθος. Από πού να πάρω ένα χοντρό σύρμα; Μα το διάβολο! Θα τους κάνω να μείνουν με ανοιχτό το στόμα! Τι γέλια που θα ‘κανα! Πάντοτε ήμουν γραπωμένος από τη ζωή, όπως όλος ο κόσμος. Ποτέ δε σκέφτηκα να πεθάνω. Ποτέ. Όμως τώρα θα πρέπει να το κάνω. Ναι. Με το θάνατο θα τελειώσει αυτή η ατελείωτη κούραση, αυτός ο πόνος στα ρημαγμένα πόδια μου, στους αστράγαλους, στα πλευρά μου… Τα ματογυάλια. Οι φακοί των γυαλιών μου. Αυτό θα είναι το όπλο μου. Μια κοψιά στο λαρύγγι, πάνω στην αορτή, κι άλλη μια στους καρπούς των χεριών. Θα στραγγίσει το αίμα μου… Στο διάβολο όλα! Πού είναι τα ματογυάλια μου; Εδώ, εδώ. Έψαξα στην αριστερή εσωτερική τσέπη του χοντρού σακακιού μου. Μέσα στη θήκη τους τα γυαλιά ήταν διαλυμένα. Ο σκελετός τους λυγισμένος και στο βάθος της θήκης τα τζάμια. Ήταν ανέπαφα. Τι τύχη! Τα χτυπήματα δεν τα είχαν σπάσει… Τα στριφογύρισα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Προσπάθησα να κοιτάξω προς τα κάτω, ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι μου. Έβαλα τα δυνατά μου για να τα σπάσω. Λύγισαν μόνο λίγο. Είναι από πλαστικό! Οι άκρες τους ήταν στρογγυλεμένες. Δε μου είναι χρήσιμα, δεν έχουν συρμάτινο γύρο. Πλαστικό! Τι να κάνω; Έμεινα πολλή ώρα αναζητώντας μια λύση χωρίς να τη βρίσκω… Και τα νύχια μου; Όχι. Είναι υπερβολικά αδύνατα. Δε θα μπορούσα…

«Εδώ έχει τσάι. Πάρε! Θέλεις να φας;»
Να φάω; Θα μπορούσε να… Ναι. Μπορεί με το φαΐ να έρθει ένα μαχαίρι. Αν είναι έτσι, το κάνω τώρα, προτού με πάρει είδηση ο φρουρός.
«Ναι, θέλω να φάω».
Η φωνή μου αντήχησε στα αυτιά μου παράξενα. Θα είναι επειδή μου πονάνε τα αυτιά μου.
«Τότε κάθισε. Πέντε λεπτά.»

Βάδισα βήμα με βήμα, μισολιπόθυμος, τα δυο-τρία μέτρα που με χώριζαν από το τραπέζι-σχεδιαστήριο, στηριγμένος και με τα δυο χέρια πάνω στο στρατιώτη. Στερέωσα τα χέρια μου στην επιφάνεια του τραπεζιού για να βοηθηθώ.
«Και το σερβίτσιο;»
«Σερβίτσιο; Τα χέρια γιατί τα έχεις, κερατά;»
Ένα κομμάτι κρέας και μια πατάτα άχνιζαν στο μικρό ρηχό πιάτο από πλαστικό. Έγειρα το κεφάλι μου. Μου ερχόταν να κλάψω.
«Δε θα φας;»

Κούνησα το κεφάλι μου βαριά, σαν υπνοβάτης. Γύρισα για τη θέση μου μπροστά στον τοίχο. Τα πισινά μου ήταν σκληρά, τεντωμένα. Πρέπει να είναι οι ξερές ακαθαρσίες που έχουν κολλήσει εκεί. Τι βαθύς-βαθύς πόνος που είναι αυτός στους όρχεις μου! Ένιωθα τσιμπήματα στις πατούσες μου. Ανάπνεα πολύ ελαφρά για να αποφύγω τον πόνο στα πλευρά μου. Πάλι άρχιζε η γιορτή εκεί δίπλα; Μέσα στη μουσική ακούγονταν φωνές και ξεφωνητά. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόση ζέστη σε γιορτή. Δε θα υπάρχουν καθίσματα εδώ που να με κρατήσουν καθιστό; Γύριζα αναζητώντας μια καρέκλα. Κάποιος γέλασε. Μπορώ να πάρω ένα αναψυκτικό; Που είναι τα αναψυκτικά; Διψάω. Αν δεν υπάρχουν καρέκλες, θα καθίσω στο πάτωμα. Έξανα μερικά βήματα. Σταμάτησα. Νύσταζα τόσο πολύ! Και τι κούραση! Πού είναι το αναψυκτικό;
«Γύρνα στη θέση σου. Φαίνεται ότι στην έχει βιδώσει!»

Ένα χέρι έπιασε το μπράτσο μου. Βάδιζα σα να πατούσα πάνω σε καρφιά. Γιατί δε με αφήνουν να πιω ένα αναψυκτικό; Πρέπει να καθίσω. Δεν μπορώ να χορέψω. Μου πονάνε υπερβολικά τα πόδια. Η μουσική είναι πολύ δυνατή. Γιατί να μιλάνε τόσο σιγανά; Δεν καταφέρνω να ακούσω τι λένε. Ο κόσμος με περικύκλωνε. Η μουσική δυνάμωνε. Βρισκόμουνα στο κέντρο, σα μέσα σε μία ρόδα. Μήπως πρέπει να χορέψω σόλο; Διψάω!

«Τώρα δε θα βαστάξει ούτε πέντε!»
Έπεσα σα μολύβι, σα νεκρός. Δεν μπόρεσα να σταθώ μέχρι που με κρεμάσανε από τις χειροπέδες που μου γδέρνανε τους καρπούς των χεριών. Άκουγα τα ίδια τα βογγητά μου, βραχνά σα ρόγχους αγωνίας.

Ξαφνικοί καταιγισμοί από φως και σκιά, σα να γινόταν έκρηξη στο κεφάλι μου. Ανέβαινα και κατέβαινα. Κάποιος από πολύ μακριά, πατούσε με μανία τα πλευρά μου, τα πρησμένα πόδια μου, τους πρησμένους όρχεις μου. Μόλις που ένιωθα τα χτυπήματα. Σα να ήμουν ένα σακί παραγεμισμένο με άχυρα. Οι ριπές από φως και σκιά ελαττώσανε το ρυθμό τους. Η μουσική. Το φως που με τύφλωνε. Οι σκιές.

Με ξυπνήσανε με χτυπήματα. Μια κλωτσιά στην πατούσα μου με τη μύτη της μπότας, σαν ηλεκτρική εκκένωση. Έτσι θα πρέπει να πονάει το μεδούλι στο κόκαλο. Έβλεπα αστέρια, όταν μπροστά στον τοίχο άρχισε η καινούρια φάση. Πόσες ώρες κοιμήθηκα; Ρυθμίζανε με σοφία τον ύπνο! Χωρίς αμφιβολία, η εξασθένησή μου είχε επιταχυνθεί. Είχαν περάσει κιόλας κάμποσες μέρες και νύχτες. Το τέλος δεν ήταν μακριά. Δεν έχω όρεξη για φαΐ, παρόλο που είμαι νηστικός από τη μέρα που έφτασα εδώ. Πρέπει να βρω ένα μέσο να σκοτωθώ. Θα έχω δυνάμεις για να αρπάξω ένα αυτόματο από τα χέρια ενός φρουρού; Ίσως θα μπορούσα να τον αιφνιδιάσω. Το ζήτημα είναι να πυροβολήσω γρήγορα. Κι αν δεν έχει περασμένη δεσμίδα μέσα; Και τι γίνεται με την ασφάλεια; Πρέπει το όπλο να το έχουν με την ασφάλεια. Όμως θα ρίχνει σφαίρα-σφαίρα ή με ριπή; Αυτό είναι το λιγότερο. Χωρίς αμφιβολία, με τα χέρια μου φυλακισμένα στις χειροπέδες δε θα μπορέσω να μανουβράρω το όπλο ακόμα κι αν κατάφερνα να το αρπάξω. Όμως αν καταφέρω να μου ρίξει κάποιος; Αυτό είναι! Είναι η καλύτερη δυνατότητα. Στο μπάνιο. Εκεί πρέπει να γίνει. Υπάρχει ένα παράθυρο. Μερικές φορές είναι μισάνοιχτο. Στο δεύτερο πάτωμα είναι ή στο τρίτο; Αν καταφέρω να πηδήσω… Ναι. Το καλύτερο είναι να το επιχειρήσω, με σκοπό να με πυροβολήσει ο στρατιώτης. Διαφυγή αδύνατη. Και βέβαια. Θα το κάνω για να βρω το θάνατο. Δεν μπορώ πια με αυτή την κούραση, με αυτούς τους πόνους…

«Θέλετε να πάτε στο μπάνιο;»
Κάποιος μου μιλούσε στον πληθυντικό. Σήκωσα αργά το κεφάλι μου, που το κρατούσα ακουμπισμένο στον τοίχο. Είχε έρθει η ώρα, στην πιο κατάλληλη στιγμή.
«Ναι θέλω να πάω στο μπάνιο.»
Ένα χέρι στο μπράτσο μου, όπως συνήθως. Βήμα με βήμα, σέρνοντας το αριστερό πόδι μου –δεν μπορούσα να το στηρίξω- κατευθύνθηκα προς το μπάνιο ακουμπώντας επάνω στο φρουρό.
«Μπορείτε να βγάλετε την ταινία, αν θέλετε…»
Ήταν μια φωνή διαφορετική.

Τράβηξα την ταινία προς τα πάνω. Σχεδόν δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου από την κούραση. Έφτασα στο τελευταίο όριο ή μου φαινόταν έτσι. Κοίταξα το στρατιώτη. Δε θα ξεχάσω το πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να κρύψει τη φρίκη που καθρεφτιζόταν στο βλέμμα του. Δεν ήτα παρά ένα νεαρό παιδί.

«Καθίστε στη λεκάνη και… ξεκουραστείτε. Εγώ θα σας ειδοποιήσω. Πηγαίνετε!»
«Όχι», του είπα βραχνά, «θα πηδήσω από το παράθυρο κι εσύ θα με πυροβολήσεις. Δεν ξέρω αν έχω δυνάμεις», είπα ασθμαίνοντας, «για να ανέβω εκεί, όμως εσύ πρέπει να με σκοτώσεις.»
«Γιατί; Είμαι κι εγώ ένα ανθρώπινο πλάσμα…»
«Πρέπει να το κάνεις. Ακούς; Δεν μπορώ πια. Δεν αντέχω πια. Πρέπει να με πυροβολήσεις. Μονάχα μια ριπή, θα πεις ότι προσπάθησα να δραπετεύσω. Τι σου στοιχίζει;»
«Καθίστε στη λεκάνη… Ξεκουραστείτε».
«Όχι. Πρέπει να το κάνεις. Δεν μπορώ άλλο…»
«Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντέχουν;»
«Οι άλλοι;»
«Έχουν περάσει πολλοί από ‘δω. Έχουν μείνει όρθιοι, όπως εσείς, για πολλές μέρες. Και βαστήξανε,»

Ώστε άλλοι είχαν αντισταθεί! Κι εγώ του ζητούσα τελειώνει με μένα. Άλλοι είχαν αντέξει; Δεν ήμουν εγώ ο μοναδικός; Θα μπορούσα να βαστήξω ακόμα, όρθιος, χωρίς να πεθαίνω λίγο-λίγο; Για ποιο λόγο μου μιλούσε με το «εσείς» αυτό το αγόρι;
«Θέλεις λεφτά λοιπόν; Θα σου δώσω όλα όσα έχω.»
«Ελάτε, καθίστε, περιμένετέ με».

Έμεινα μόνος, καθισμένος στη λεκάνη, με το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια μου.
Είδα τις μπότες να σταματάνε μπροστά μου.
«Πάρτε αυτό. Γρήγορα…», με πίεσε.
Σήκωσα τα χέρια για να πάρω ένα ποτήρι γάλα. Πώς το είχε βρει;
«Πάρτε το, πιείτε.»
Το άδειασα λαίμαργα μέχρι τον πάτο.
«Πάμε τώρα».

Σηκώθηκα και στηρίχτηκα στο μπράτσο του φρουρού. Γυρίσαμε βαδίζοντας αργά στο συνηθισμένο μέρος. Άκουσα τα βήματα να απομακρύνονται. «Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντισταθήκανε». «Οι άλλοι;» «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και βαστήξανε». «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και αντισταθήκανε»… Η ταινία σκέπαζε το πλημμυρισμένο από ιδρώτα πρόσωπό μου.


Είχα ανακαλύψει ότι ο τοίχος είχε μια προεξοχή κάπου πέντε πόντους. Ήταν μια μικρή γωνιά, ένα γείσωμα και για μένα ένα σημείο στήριξης, μια βοήθεια. Με το δεξιό ώμο πάνω στη γωνία, με το κεφάλι πλαγιαστό πάνω στον τοίχο, με τα πελώρια από το πρήξιμο πόδια μου ανοιχτά, σχεδόν κρεμασμένος, κολλημένος στον τοίχο σα μύγα, στηριγμένος στο δεξί πόδι, χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω τα βραχνά βογγητά που ξέφυγαν από το στήθος μου, περίμενα την καινούρια ανάκριση. Πόσες μέρες είχαν περάσει ως τώρα; Αυτό το ποτήρι γάλα… Το παλικάρι έχει δίκιο. Πρέπει να αντέξω. Και βέβαια! Σε αυτήν την πάλη μπορείς να βγεις νικητής. Πρέπει να τα καταφέρεις. Πρέπει να δείξεις πως είσαι πιο δυνατός από τους βασανιστές. Αυτοί είναι εκείνοι που επιδιώκουν την εκμηδένισή σου. Αυτό θα σου έλεγε οποιοσδήποτε σύντροφος από το Κόμμα, αν μπορούσε να σου μιλήσει. Η Μαρία, για άλλους λόγους, θα σου έλεγε το ίδιο. Και η Ντιάνα και η Ροζα. Το να ζήσεις, είναι η νίκη σου. Αν ζήσεις, θα έχει κερδίσει. Μόνο εσύ; Θα έχει νικήσει αυτό που αντιπροσωπεύεις. Πρέπει να παλέψεις ως το τέλος, χωρίς να παραδοθείς. Είναι μια πάλη μέχρι το θάνατο. Εκείνοι σε έχουνε στα χέρια τους, όμως τι καταφέρανε μέχρι τώρα; Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν τους ενδιαφέρει αν πεθάνεις ή αν ζήσεις. Εσένα σε ενδιαφέρει. Από την άλλη μεριά έχεις σκεφτεί την ιστορία που θα υπερασπιστείς. Γιατί δεν τρως; Πρέπει να υπερασπιστείς τον εαυτό σου με κάθε τρόπο. Πρέπει να τραφείς. Πρέπει να νικήσεις. Πρέπει να ζήσεις.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Θεωρητική ανατομία του αριστερισμού

Εν αρχή ην το άτομο. Κι αμέσως μετά άρχισε να διασπάται και να πολλαπλασιάζεται σαν αμοιβάδα. Έτσι περίπου έγινε και με τον χώρο του εξωκοινοβουλίου, με τη διαφορά ότι η κοινή, αρχική μήτρα όλων των οργανώσεων ήταν το κόμμα κι οι κατά καιρούς διάφορες ιστορικές διασπάσεις του. Για να αποκρυπτογραφήσει κανείς λοιπόν το γενετικό υλικό αυτού του χώρου, πρέπει να μελετήσει αυτές τις διασπάσεις και τον χαρακτήρα τους. Κι αν από αυτές προκύπτουν κοινές πολιτικές ρίζες, πρόγονοι κι αναφορές με το κόμμα, υπάρχει και το αντεπιχείρημα πως το dna του ανθρώπου και του χιμπατζή είναι ίδια κατά 99%, αλλά είναι το υπόλοιπο 1% που κάνει τη διαφορά. Και αυτό εξηγεί την επιμονή κάθε οργάνωσης σε θέσεις πολιτικής καθαρότητας απέναντι στα άλλα ανθρωποειδή και τις μαϊμούδες απομιμήσεις της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας (όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας τουλάχιστον).

Ο πρώτος βασικός διαχωρισμός στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που καθορίζει και τη φυσιογνωμία του σύγχρονου εξωκοινοβουλευτικού χώρου, έρχεται με την εμφάνιση του τροτσκισμού στο μεσοπόλεμο. Η πρωτότυπη ιδιαιτερότητα αυτού του ρεύματος είναι ότι δέχεται να προσδιορίζεται από το όνομα και τις ιδέες του αρχηγού του, σε αντίθεση με το «αντίπαλο δέος» των (κατ’ αυτούς) σταλινικών, που είτε θεωρούν αντιεπιστημονικό τον όρο, είτε προσδιορίζονται με άλλο τρόπο, πχ μαρξιστές-λενινιστές και με έμφαση στην παύλα που τα συνδέει· και η οποία συνεχιζόταν κάποτε και με άλλες παυλίτσες (-σταλινικοί-ζαχαριαδικοί), αλλά αυτό προσδιόριζε στο σύνολό τους τους κομμουνιστές κι όχι κάποιο ιδιαίτερο ρεύμα.

Κι η βασική ιδιαιτερότητα του ελληνικού τροτσκισμού είναι πως δεν προέκυψε από κάποιες μαζικές «σταλινικές εκκαθαρίσεις» στο κόμμα, αλλά μάλλον από άτομα και ομάδες που συνάντησαν στην πορεία τον τροτσκισμό, δίνοντας θεωρητικό υπόβαθρο στις διαφωνίες και την αποχώρησή τους. Παρομοίως και ο μ-λ χώρος δεν προέκυψε από κάποια μαζική διάσπαση του κόμματος, αλλά ως παρακλάδι κάποιων διαγραμμένων ζαχαριαδικών της τασκένδης (χωρίς όμως τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου του ζαχαριάδη).

Όσοι θεωρούν ξεπερασμένη κι αναχρονιστική τη διαπάλη και τη θεωρητική διαπάλη που ξεδιπλώθηκε πάνω σε ζητήματα επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στον καπιταλιστικό κόσμο και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι καταδικασμένοι να σκοντάψουν στους ίδιους ακριβώς κόμβους : μέτωπα, συμμαχίες, χαρακτήρας της επανάστασης, κτλ. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εν μέρει και σήμερα, όπου μπορεί να μην μπαίνουν μπροστά μας καθήκοντα και θεωρητικά προβλήματα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία ή περισσότερες χώρες, αλλά οι πολιτικές αναλύσεις του χώρου δανείζονται αρκετά στοιχεία από αυτά τα ρεύματα και τη μεταξύ τους διαμάχη. Γράφω για ρεύματα κι όχι για τους «ιδρυτές» τους ή τις ηγετικές φυσιογνωμίες στις οποίες αναφέρονται, γιατί είναι ζήτημα αν οι διάφοροι «επίγονοι» εκφράζουν πιστά κι ενιαία το πνεύμα τους και κατά πόσο μπορούν να συγκριθούν μαζί τους, λειτουργώντας σε τελείως διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πολιτικός λόγος της ποικιλώνυμης αριστεράς (ριζοσπαστικής, επαναστατικής ή του γλυκού νερού) έχει σήμερα σαφείς επιρροές από το μεταβατικό πρόγραμμα της τέταρτης διεθνούς και των τροτσκιστών, διατυπώνει στόχους γύρω από το νόμισμα και το χρέος, δανείζεται αυτούσια αιτήματα από το αρχικό πρόγραμμα του 36’, όπως την κρατικοποίηση των τραπεζών, και διαμορφώνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, με θεωρητικό στόχο να γεφυρώσει το ζοφερό παρόν, όπου δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση με τη μελλοντική προοπτική ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Στη.. μεταβατικότητα αυτή μάλιστα διακρίνονται διάφορες διαβαθμίσεις και ταχύτητες με τους μεταβατικούς στόχους ενός τμήματος της ανταρσύα πχ να θεωρούνται από άλλα μαξιμαλιστικοί ή σεχταριστικοί, γιατί στενεύουν το πλαίσιο της μετωπικής συμφωνίας· σε διάκριση με το μεταβατικό ρεφορμισμό του σύριζα, που ζητάει ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα, προκειμένου να προωθήσει πιο ενεργά αυτή τη μετάβαση (σε ένα αδιόρατο κι ασαφές μεταμνημονιακό τοπίο). Της μετάβασης το κιγκλίδωμα..

Τα παραπάνω θυμίζουν κάπως και το σχήμα της διαρκούς επανάστασης (που έλκει την καταγωγή του από τους κλασικούς, αλλά επανανοηματοδοτήθηκε από τον τρότσκι) που ξεκινούσε ως αστική αλλά εξελισσόταν συνεχώς και βάθαινε στην πορεία τον χαρακτήρα της. Σήμερα βέβαια μπορεί να μην μπαίνει ως καθήκον μπροστά μας ο αστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσω μιας αστικής αρχικά (στη μορφή και το περιεχόμενο) επανάστασης που θα μετεξελιχθεί στη συνέχεια, αλλά το σχήμα αναπροσαρμόζεται και κινείται από μια μη επαναστατική μορφή και κατάσταση (πχ αντικαπιταλιστική ανατροπή) σε μια επαναστατική κίνηση-εκδήλωση, μέσω συνεχών τομών και ρήξεων, σε ένα ιδιότυπο στιλ «διαρκούς μη επανάστασης με επαναστατικά χαρακτηριστικά».

Η τροτσκιστική ηγεμονία στο πρακτικό κομμάτι συμπληρώνεται διαλεκτικά (;) από τη θεωρητική ανάλυση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που προσεγγίζει τον πολιτικό λόγο του μ-λ ρεύματος για τον υποτελή κι εξαρτημένο ελληνικό καπιταλισμό –λογική που διατρέχει κι ένα κομμάτι του αριστερού κυβερνητισμού του σύριζα. Μπορεί οι διατυπώσεις στις προγραμματικές επεξεργασίες και τα επίσημα ντοκουμέντα να μην αλλάζουν ουσιαστικά, παράλληλα όμως η εκτίμηση για την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού συνοδεύεται με θέσεις περί κατοχής, υποτελών κυβερνήσεων, χούντας του δντ και της τρόικας, νέα μορφή εκδήλωσης του εθνικού ζητήματος, διάκριση «μητρόπολης-περιφέρειας» στην εε, κτλ.

Η κάθε θεωρητική ανάλυση βέβαια υπαγορεύει συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα (με αντι-ιμπεριαλιστικό ή αντικαπιταλιστικό πρόσημο). Το πιο σημαντικό λοιπόν σε αυτή την εκρηκτική μίξη είναι το σπάσιμο αυτής της λογικής αλληλουχίας και το επιλεκτικό πάντρεμα των πιο ετερόκλητων στοιχείων από το θεωρητικό μπουφέ των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων, που μόνο στη διαλεκτική τους υπέρβαση δεν οδηγεί. Χαρακτηριστική αυτής της ιδεολογικής σύγχυσης είναι και η πολεμική που ασκείται ενάντια στο κκε, πότε για επιστροφή στο σταλινισμό –sic- και την τρίτη περίοδο του σοσιαλφασισμού και πότε για τροτσκιστική παρέκκλιση, επειδή βλέπει κριτικά την ιστορική πείρα των λαϊκών μετώπων.


Μένει βέβαια να δούμε αν οι πολιτικές διαφορές αυτών των ρευμάτων, μπορούν να θεωρηθούν όντως ξεπερασμένες ή αν έχουν να προσφέρουν κάτι στη σημερινή συγκυρία, έξω από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν, καθώς και να απαντήσουμε στο «προβοκατόρικο» ερώτημα αν υπάρχουν στρατηγικές ομοιότητες μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και της τακτικής των λαϊκών μετώπων, με το λαοκρατικό στάδιο που φαίνεται να εισχώρησε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την εφαρμογή της. Όπως επίσης να δούμε την επίδραση που άσκησε περισσότερο στο εποικοδόμημα και την κουλτούρα του εξωκοινοβουλίου ο μάης του 68’, η νέα αριστερά και η διάσπαση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Όλα αυτά όμως θα ήταν αντικείμενα προσεχών αναρτήσεων.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και αναδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του φρανκ λέζερ «πόσο μεγάλος είναι ο άνθρωπος» (από το στοκ με τις προσφορές και τα φτηνά παλιά βιβλία της σύγχρονης εποχής) και συγκεκριμένα το υποκεφάλαιο «από τον ψυχικό κόσμο ενός αμερικανού σπουδαστή» από το κεφάλαιο «η κατάκτηση του νέου κόσμου». Δυστυχώς οι τελευταίες παράγραφοι εμπίπτουν στην κατηγορία της τραγικής ειρωνείας υπό το φως των ανατροπών και της αντεπανάστασης, αλλά το κείμενο και όσα περιγράφει παραμένουν άκρως επίκαιρα στην ουσία τους, ακόμα και για τα ελληνικά δεδομένα με την προώθηση αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Καλή ανάγνωση.

Συχνά, όταν πηγαίνοντας στις παραδόσεις μου ανεβαίνω τα σκαλιά της κεντρικής εισόδου του πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου και διαβάζω τη γραμμένη με χρυσά γράμματα 11η θέση του Καρλ Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε», σκέφτομαι άθελα την εποχή των σπουδών μου στις ΗΠΑ.

Κάθε πρωί στις οκτώ, εκτός από τις Κυριακές, ανέβαινα στο τραμ τότε στη Μινεάπολη, για να πάω στις παραδόσεις μου στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Το εισιτήριο κόστιζε δέκα σεντς, περίπου δυόμιση δολάρια το μήνα. Ένα όχι ασήμαντο ποσό για ένα σπουδαστή ο οποίος, όπως η μεγάλη πλειοψηφία των σπουδαστών στις ΗΠΑ, δεν έπαιρνε υποτροφία κι ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ο ίδιος για τις σπουδές του. Στα αμερικάνικα αυτό λέγεται: «I worked my way through college», που σημαίνει κατά λέξη: περνούσα το πανεπιστήμιο δουλεύοντας. Αυτό σήμαινε για μένα: σπουδαστής την ημέρα και τορναδόρος νυχτερινή βάρδια σε ένα εργοστάσιο.

Ένα πρωί το εισιτήριο στο τραμ ανέβηκε στα 12 σεντς. Την επόμενη εβδομάδα έγινε 15 σεντς. Μέσα σε μερικές βδομάδες το εισιτήριο έφτασε τα 20 σεντς. Η αγανάκτηση του κόσμου, που μετακινούνταν με το τραμ, έπαιρνε απειλητικές διαστάσεις. Οργανώθηκε μια μαζική εκδήλωση διαμαρτυρίας στο πανεπιστήμιο. Οι αρχές άρχισαν να ανησυχούν. Κάτι έπρεπε να γίνει. Τελικά αποκαλύφτηκε το εξής: ένας περιβόητος γκάγκστερ είχε αγοράσει όλο το σύστημα τραμ της Μινεάπολης, μιας πόλης με ένα εκατομμύριο κατοίκους, καθώς και του Σεντ Πολ. Είχε ανεβάσει τις τιμές των εισιτηρίων για να αυξήσει τα κέρδη του. Οι σπουδαστές ζήτησαν από το γκάγκστερ εξηγήσεις. «Δε σας καταλαβαίνω», τους είπε, «σε τελευταία ανάλυση ζούμε σε μία δημοκρατία!». Περικυκλωμένος από τους μπράβους του μίλησε σε μια φοιτητική συγκέντρωση στο πανεπιστήμιο. Το νόημα της πολύ σύντομης, αλλά αποκαλυπτικής ομιλίας του ήταν τούτο: ζούμε σε μια κοινωνία, όπου η ελεύθερη οικονομία είναι ανώτατη αρχή. Κάθε επιχειρηματίας μπορεί να ζητάει για το εμπόρευμά του όσα προσφέρει η αγορά. Εγώ απλώς τηρώ αυστηρά αυτούς τους κανονισμούς. Λοιπόν τι θέλετε από μένα; Αν το τραμ σας πέφτει ακριβό, αγοράστε αυτοκίνητο!

Αυτά τα λόγια μου θύμισαν μια φράση της Μαρίας Αντουανέτας, βασίλισσας της Γαλλίας στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης το 1789, που όταν της ανέφεραν ότι ο λαός δεν έχει ψωμί να φάει ρώτησε: και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι; Ανάμεσα στη βασίλισσα της Γαλλίας και τον γκάγκστερ της Μινεάπολης υπήρχε μόνο μία διαφορά. Η βασίλισσα εκτελέστηκε, ενώ αυτός πούλησε την επιχείρηση των τραμ αφού τσέπωσε μεγάλα κέρδη και πήγε σε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ να εφαρμόσει με τον ίδιο τρόπο τις αρχές της ελεύθερης οικονομίας. Αυτά που σας λέω δεν είναι παραμύθια από τις «1001 νύχτες». Μπορείτε να τα διαβάσετε στους επίσημους φακέλους της αμερικανικής γερουσίας, που φυλάγονται για τις μελλοντικές γενιές με την ονομασία «Αναφορά Κεφώβερ για την εγκληματικότητα στις ΗΠΑ».

Αλλά, μια και μιλάμε για «ελεύθερη οικονομία», θα μου επιτρέψετε να σας πω πώς περνάει τις εξετάσεις του ο αμερικανός φοιτητής. Τα πιο πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια είναι πολύ μεγάλα ιδρύματα. Πολλά έχουν 20 ως 40 χιλιάδες φοιτητές. Οι εξετάσεις είναι συχνές. Περίπου δύο με τρεις φορές το εξάμηνο δίνεται στο φοιτητή κάθε ειδικότητας ένα εξεταστικό φυλλάδιο με περισσότερες ερωτήσεις απ’ όσες θα μπορούσε να απαντήσει στον χρόνο που του δίνεται. Κάτω από κάθε ερώτηση υπάρχουν τέσσερις απαντήσεις από τις οποίες ο εξεταζόμενος επιλέγει τη σωστή. Η επιλογή σημειώνεται με σταυρό σε έναν από τους τυπωμένους κύκλους. Οι απαντήσεις ελέγχονται αυτόματα από έναν υπολογιστή. Τα καλύτερα 10% βαθμολογούνται με ένα (παρένθεση άριστα) τα επόμενα 20% με δύο (καλά), τα 30-40% με τρία (βάση) και τα υπόλοιπα με τέσσερα ή πέντε. Αν και το γενικό επίπεδο των εξετάσεων είναι ίσως υψηλό, αυτή η αρχή της ποσοστιαίας κατανομής ποτέ δεν παραβιάζεται. Για αυτό, μόνο ένα σχετικά μικρό ποσοστό μπορεί και παίρνει ένα ή δύο. Ένα μεγάλο μέρος απορρίπτεται πάντα στις εξετάσεις. Η αρχή της ελεύθερης οικονομίας και του ανταγωνισμού τηρείται με αμείλικτη συνέπεια και στα πανεπιστήμια. Κατά συνέπεια, μια αμοιβαία βοήθεια και συμπαράσταση, μια κοινή προσπάθεια για καλά αποτελέσματα σπουδών, πράγμα που στις σοσιαλιστικές χώρες είναι κάτι το αυτονόητο, για έναν αμερικανό φοιτητή θα σήμαινε αυτοκτονία. «Ο καθένας ενάντια σε όλους!» είναι στις ΗΠΑ η ανώτατη ηθική αρχή.

Δεν είναι όμως μόνο τα αποτελέσματα των εξετάσεων που παίζουν αποφασιστικό ρόλο για τη μελλοντική σταδιοδρομία του φοιτητή. Πολύ πιο αποφασιστικό στοιχείο είναι οι σχέσεις που αποκτά ο φοιτητής στο πανεπιστήμιο. Εκεί του προσφέρεται ένα ραφιναρισμένο σύστημα από «αδελφότητες» (fraternities για αγόρια και sororities για κορίτσια). Ευνοϊκό φυσικά είναι ο φοιτητής να κατάγεται από πλούσια αστική οικογένεια και να είναι προτεστάντης και λευκός. Για αυτόν είναι ανοιχτές οι καλύτερες αδελφότητες και μπορεί από το πανεπιστήμιο κιόλας να αρχίσει τη μελλοντική επαγγελματική σταδιοδρομία του. Αλλά όταν ο πατέρας του είναι εργάτης ή ας πούμε καθολικός ή ακόμα χειρότερα εβραϊκής καταγωγής –αφήνουμε πια τι σημαίνει να είναι μαύρος- τότε τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα. Όχι, όπως νομίζετε! Κι αυτός μπορεί να γίνει δεκτός σε μια αδελφότητα, γιατί υπάρχουν πολλές και διάφορες τέτοιες αδελφότητες: για τα παιδιά της εργατικής τάξης, για τους εβραίους και τους καθολικούς φοιτητές, για κάθε τάξη και στρώμα, για κάθε θρησκευτική προέλευση, για κάθε χρώμα δέρματος. Για όλα υπάρχει μέριμνα. Ο καθένας ταξινομείται, αναλύεται, κατατάσσεται με μεγάλη ακρίβεια και προετοιμάζεται για τη μελλοντική θέση του. Οι προνομιούχοι πάνω, οι προλετάριοι κάτω –οι πλούσιοι πρώτα, οι φτωχοί ας περιμένουν, οι διαμαρτυρόμενοι εδώ, οι καθολικοί εκεί, στους λευκούς η προτεραιότητα, οι μαύροι εκεί που τους ταιριάζει και… οι κόκκινοι στη Ρωσία!

Σπάνια ένας φοιτητής πετυχαίνει να διασπάσει αυτό το σύστημα. Ενδιαφέρον έχει εδώ ο ρόλος των γυναικείων αδελφοτήτων (sororities) οι οποίες εντάσσονται τέλεια σε αυτό το σύστημα. Βασική αποστολή τους δεν είναι ο επαγγελματικός προσανατολισμός των φοιτητριών. Πολύ σημαντικότερο για την αμερικανίδα φοιτήτρια είναι να βρει έναν άντρα που να της εξασφαλίζει οικονομική άνεση κι ευχάριστη ζωή. Για το σκοπό αυτό, η καλύτερη λύση για μια κοπέλα είναι να γραφτεί στο πανεπιστήμιο –έστω και τυπικά για λίγα εξάμηνα- και να γίνει μέλος μιας αδελφότητας. Αυτή η οργάνωση προσπαθεί με διακριτικό τρόπο, ανάλογα με την κοινωνική θέση, τη θρησκευτική προέλευση και τις ατομικές επιθυμίες να βρει στην κάθε φοιτήτρια τον εκλεκτό της. Κυριαρχεί κι εδώ η «ελεύθερη οικονομία».

Οι φοιτητές που έχουν εξαιρετική ακαδημαϊκή επίδοση μπορούν να πάρουν πτυχίο με άριστα. Για αυτό χρειάζεται να υποβάλουν μια γραπτή εργασία και να υποστούν μια ειδική προφορική εξέταση. Κι εγώ, με βάση την επίδοσή μου μπορούσα να πάρω πτυχίο με άριστα. Έγραφα την πτυχιακή μου εργασία με περιεχόμενο ένα θέμα του ιστορικού υλισμού. Πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής ήταν ο καθηγητής δρ Φάιγκελ, γνωστός αστός αμερικανός φιλόσοφος. Ήταν αυστριακής καταγωγής και στη δεκαετία του 30’ ανήκε στον κύκλο της Βιέννης –κυρίαρχο ρεύμα της θετικιστικής φιλοσοφίας. Η εξέταση επρόκειτο να αρχίσει στις 2μμ. Μισή ώρα νωρίτερα στεκόμουν μπροστά στην πόρτα της αίθουσας των εξετάσεων. Στις 2μμ ακριβώς ήρθαν οι πέντε καθηγητές της εξεταστικής επιτροπής. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Περίμενα 10 λεπτά, μισή ώρα, μία ώρα. Καμιά κίνηση. Μετά από δύο ώρες βγήκε ο δρ Φάιγκελ και είπε: «λυπούμαι, αλλά δεν μπορούμε να σας εξετάσουμε· η εργασία σας περιέχει μια κοσμοθεωρία, που δεν μπορούμε να αποδεχτούμε!».

Ίσως καταλαβαίνετε τώρα τι νιώθω σήμερα, όταν στις παραδόσεις μου διαβάζω τα χρυσά γράμματα: «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε». Ποιος μπορεί να φανταστεί σήμερα ότι εδώ στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου ο μαρξισμός-λενινισμός θα μπορούσε να μην είναι αποδεκτός, ότι ένας γκάγκστερ θα μπορούσε να αγοράσει τα μεταφορικά μας μέσα, για να βγάζει σε βάρος των εργατών και των φοιτητών όσο γίνεται μεγαλύτερα κέρδη, ότι ένα καλοστημένο σύστημα θα κρατούσε πάνω αυτούς που είναι πάνω και κάτω αυτούς που είναι κάτω, ότι οι σπουδές μας θα πληρώνονταν με νυχτερινές βάρδιες, ότι ανώτατος ηθικός νόμος θα ήταν η αρχή: «ο καθένας ενάντια σε όλους»;

Είναι πραγματικά δυο κόσμοι που υπάρχουν ταυτόχρονα στο στερέωμα της ιστορίας και κινούνται με μεγάλη ταχύτητα σε αντίθετες κατευθύνσεις. Η τεράστια απόσταση που τους χωρίζει σήμερα μεγαλώνει γοργά. Η ηθική τους απόσταση αυξάνει διαρκώς. Ο ένας κόσμος βρίσκεται σε ηθική παρακμή. Αλλά σε ποια κατεύθυνση κινείται η ηθική του δικού μας κόσμου;


Και το βιβλίο συνεχίζει με το επόμενο υποκεφάλαιο. Συνολικά πάντως το βιβλίο ασχολείται κυρίως με τα αυτόματα (μηχανές, ρομπότ, υπολογιστές) και κατά πόσο μπορούν να αντικαταστήσουν και να διευκολύνουν τον άνθρωπο και διάφορες παραγωγικές λειτουργίες του και χωράει αρκετή συζήτηση για το αν πέφτει στη λούμπα ενός είδους θετικισμού, όταν λέει πως πολλές ανθρώπινες συμπεριφορές και λειτουργίες μπορούν μελλοντικά να αποδοθούν και να αναπαραχθούν με μαθηματικές πράξεις κι αλγόριθμους. Αλλά αυτό θα ήταν το αντικείμενο μιας άλλης ανάρτησης.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Ο έλεγχος της πρώτης εβδομάδας

…σε ρυθμούς τουίτερ και τραν-τραν, που θα ‘λεγε κι ο μεγάλος μανόλο μαυρομάτης, που έχει ταμπεραμέντο για ρίο και κόπα-καμπάνες κι όχι για βρυξέλλες και ευρωκοινοβούλια. Και άντε να καλυφτεί το χαμένο μέταλλο της φωνής του με τον ξενέρωτο δαπιτάκο μπακόπουλο, που μπερδεύει ως και το μέσι στη μετάδοση (αν και έχει το ελαφρυντικό ότι περιγράφει από το στούντιο) κι έφτασε να γίνει αρχισυντάκτης στην αξιοκρατική νεριτ. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα ο μεγάλος θεοφιλόπουλος να ομορφαίνει με τη λάμψη του ένα τόσο φτωχό (σε ατάκες και πρωτοπόρες αναλύσεις) μουντιάλ.

Στο χορτάρι βέβαια βλέπουμε ωραίο θέαμα μέχρι τώρα. Κι ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον ξεκίνημα σε μουντιάλ που έχει προλάβει η δική μας γενιά (συν-πλην 5-7 χρόνια). Μέχρι και διαιτησίες τύπου παράγκας έχει το πρόγραμμα, για να εξοικειωθεί το ελληνικό κοινό, που έχει ξενερώσει με τα πολλά γκολ και τις τρύπιες άμυνες. Σαν τη σούπερ λιγκ δεν έχει πουθενά.

Λέω τη δική μας γενιά, εννοώντας χοντρικά τις ηλικίες των παικτών που βλέπουμε να παίζουν στο γήπεδο: από τα πρωτοετή φιντανάκια, που τρέχουν όλη μέρα πάνω-κάτω σε ό,τι τους αναθέσεις ως τους ψημένους βετεράνους φοιτητοπατέρες, που έχουν φάει τα αμφιθέατρα με το κουτάλι και καθοδηγούν την ομάδα με πύρινους λόγους και τη φραπεδιά ανά χείρας. Η μόνη διαφορά είναι πως κάποιοι δικοί μας διεθνείς έμοιαζαν με βετεράνους, πριν καν πιάσουν τα τριάντα. Και στους πύρινους λόγους τους αντί για «επίδικο» και «ας πούμε», κοπανάν κάθε τρεις λέξεις για σιγουριά ένα «σίγουρα».

Ομορφιά υπάρχει κι εκτός αγωνιστικού χώρου. Όχι τόσο στις μπάλες και τις καμπύλες των γυναικών όπου εστιάζει επιμελώς ο φακός, αλλά στο χρωματιστό μωσαϊκό στις κερκίδες και το λάτιν πάθος που ξεχειλίζει, ειδικά στους εθνικούς ύμνους, που συνεχίζουν να τους τραγουδάνε μόνοι τους, αφού σταματήσει η ανάκρουσή τους από τα μεγάφωνα. Αλλά αν είναι έτσι να πούμε κι εμείς και τις 158 στροφές του δικού μας ύμνου στην ελευθερία, να δούμε πότε θα ξεκινά κάθε παιχνίδι. Αυτό το πάθος (το μπραζιλέιρο), η ζωντάνια κι οι χυμοί χωρίς συντηρητικά (ακόμα) δίνει ένα ωραίο μάθημα πώς να φτιάξεις ατμόσφαιρα με φωνή, χορό και τραγούδι, χωρίς καφρίλες και χουλιγκανιές ή χλαμύδες και γραφικές περικεφαλαίες. Και μαζί την ποδοσφαιρική εκδοχή της εκτίμησης πως η λατινική αμερική είναι καζάνι που βράζει και δυνητικά ο πιο αδύναμος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας της φιφα.

Την παράσταση έχει κλέψει και το καλτ σπρέι που χρησιμοποιούν οι διαιτητές, για να σημειώνουν τις αποστάσεις στα χτυπήματα φάουλ και να μην κλέβουν οι επιτήδειοι με ελαφρά πηδηματάκια. Και αν ζούσε ακόμα ο ντιέγκο, θα έπαιρνε πάνω στα νεύρα του το σπρέι από το κοράκι και θα έγραφε στο χορτάρι puta fifa, να το δει όλος ο κόσμος. Εμείς πάλι επιδοθήκαμε σε αστειάκια για τους παίκτες της κολομβίας, που θα άρχιζαν να σνιφάρουν τις γραμμές του σπρέι και του γηπέδου. Και αν είχαν παοκτσίδικο χιούμορ οι κολομβιανοί, θα έπρεπε να απαντήσουν με ένα αντίστοιχο πανό στο μεταξύ μας παιχνίδι: η μεγαλύτερη μετακίνηση ναρκωτικών στη λατινική αμερική.

Περνάμε τώρα και στα αμιγώς αγωνιστικά, να τα δούμε ξεχωριστά ανά όμιλο.
1ος όμιλος: η διοργανώτρια προχωρά με τα ψέματα, πειστική κι ευχάριστη σαν τον πολιτικό λόγο του φώτη κουβέλη. Φαίνεται να αποφεύγει όμως το δύσκολο σταύρωμα στο πρώτο νοκ-άουτ και ξέρει πως οι ομάδες της βραζιλίας που έφτασαν στον τίτλο δεν ήταν οι φαντεζί και αλέγρες που έπαιζαν φουλ επίθεση, αλλά αυτές που υστερούσαν σε ταλέντο, κερδίζοντας σε ορθολογισμό και ρεαλισμό.

2ος όμιλος: η ισπανία κατάφερε να αποκλειστεί πιο γρήγορα και από τη δική μας εθνική ομάδα, ενώ υπερασπίστηκε τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας χειρότερα και από το ναυάγιο της ιταλίας του 10’. Παραδίδει τα σκήπτρα, όπως ο χουάν κάρλος λίγες μέρες πριν, κι αποκαθηλώνεται από μια άλλη βασίλισσα χωρίς στέμμα, την ολλανδία, με εντυπωσιακό σκορ και τρόπο. Αντί να συνδυάσει τη ψυχή της ατλέτικο με το καλό πρόσωπο της μπάρτσα και την τύχη της ρεάλ, ακολούθησε την πτώση του τίκι-τάκα και κατάφερε να πάρει τα χειρότερα από κάθε ομάδα –μέχρι και την κακή φόρμα του ίκερ κασίγιας.

4ος όμιλος, του θανάτου: οι ιταλοί έδειξαν χαρακτήρα στη νίκη επί της αγγλίας, αλλά ούτε καν αυτοί δεν μπορούν να κρατήσουν το (αγαπημένο τους) ένα-μηδέν σε αυτή τη διοργάνωση. Οι άγγλοι έχουν τα δικά τους ψυχολογικά προβλήματα, συνεχίζοντας να διασκεδάζουν τον κόσμο. Και η ουρουγουάη που τα μούσκεψε στο θεωρητικά ευκολότερο παιχνίδι του ομίλου, περιμένει σα μεσσία το σοάρες να επιστρέψει και να την πάρει από το χέρι ως τη δεύτερη φάση.

5ος-6ος όμιλος: η ελβετία είναι η μόνη ευρωπαϊκή ομάδα ως τώρα που νίκησε μια λατινοαμερικάνικη στο σπίτι της. Η γαλλία έκανε ζέσταμα στα ρηχά με την ονδούρα. Ενώ η αργεντινή, που θεωρητικά έχει το πιο βατό πρόγραμμα ως τον τελικό στο ταμπλό της, γέμισε την ενδεκάδα της με κεντρικούς αμυντικούς για ένα ημίχρονο απέναντι στη βοσνία, πριν έλθει στα ίσια της και δει επιτέλους το μέσι να απελευθερώνεται για ένα δεκάλεπτο.

7ος όμιλος: είναι απορίας άξιο πώς ο τόσο συμπαθής λαός του φερνάντο σάντος έχει βγάλει ίσως τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά σιχάματα (φίγκο, μουρίνιο, κριστιάνο ρονάλντο, πέπε με μεταγραφή από τη βραζιλία) κάνοντας ακόμα και τη μέρκελ στην κερκίδα να φαίνεται σχετικά συμπαθής (που λέει ο λόγος). Εν τω μεταξύ, ως τώρα στο μουντιάλ τα PIGS, απούσης της ιρλανδίας, έχουν μηδέν βαθμούς, ένα αποκλεισμό και συντελεστή τερμάτων 1-14! Πού πάμε σύντροφε αλέξη; Πού οδεύει η συμμαχία του νότου απέναντι στους μερκελιστές; Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά έχασε και ο ισημερινός του κορέα στην πρεμιέρα.

8ος όμιλος: το βέλγιο καλείται, σε πείσμα του παλιού, ραδιοφωνικού fight-club, να αποδείξει πως υπάρχει (ως ποδοσφαιρική δύναμη και γενικότερα ως χώρα). Ενώ στη ρωσία ο ακινφέγιεφ έκανε την γκάφα της χρονιάς, επειδή δεν υπολόγισε τα καπρίτσια της μπραζούκα, τις νομοτέλειες του προτσές της οικοδόμησης, τη διαβρωτική επίδραση του οπορτουνισμού, το βαρύ αγωνιστικό χώρο και κάτι αηδίες που είχαν φάει τα αγριογούρουνα (βλ. αστερίξ στους ολυμπιακούς αγώνες).

Κι η ελλάδα κύριε; Η ελλάδα έφαγε τρία από την κολομβία έχοντας καλύτερους παίκτες το αμυντικό δίδυμο (μανωλά-παπασταθόπουλο) και τον τοροσίδη, αλλά αδύναμο κρίκο στα αριστερά τον χολέβα –sic- και έμεινε κολλημένη στο μηδέν και το δοκάρι του γκέκα, που θύμισε πολύ ένα γκολ που έχασε με τη βοσνία στα προκριματικά. Το δοκάρι του γκέκα, το δοκάρι του γιου του γκέκα, το δοκάρι του γιου, του γιου του γκέκα, κοκ…

Τα γράφει ωραία κι ο (εντελώς αντιδραστικός κατά τα άλλα) πανούτσος στην χτεσινή sportday.
Έχω διαβάσει περισσότερες συμβουλές για το πώς πρέπει να γράφεις για την Εθνική μετά τα τρία από την ολομβία από όσες θα έδινε ο Ζαμπούνης για το αν μπεις στην τουαλέτα χωρίς να χτυπήσεις και μέσα είναι η Βασίλισσα Σοφία. Για παράδειγμα πώς γράφεις για την ευκαιρία που έχασε ο Φάνης Γκέκας στο ματς με την Κολομβία; Προφανώς είναι άδικο να γράψεις ότι από τα τρία μέτρα πέτυχε με κεφαλιά το δοκάρι. Γράφεις λοιπόν όλη την αλήθεια. «Στο 63ο λεπτό η Εθνική Ελλάδας που έχει χαρίσει τόσες χαρές στους Έλληνες φιλάθλους και μετά τον θρίαμβο της Πορτογαλίας το 2004 έχει προκριθεί σε τέσσερις μεγάλες διοργανώσεις βρέθηκε στην επίθεση. Ο άσος της Ρόμα Βασίλης Τοροσίδης γύρισε την μπάλα μέσα στην περιοχή όπου με τον τερματοφύλακα της Κολομβίας εξουδετερωμένο, ο Φάνης Γκέκας που όπως και τα άλλα παιδιά δεν έχει να αποδείξει τίποτα, έστειλε την μπάλα με κεφαλιά στο οριζόντιο δοκάρι. Δεν πειράζει Φάνη». Είναι βέβαια και αυτό κάπως σκληρό, αλλά τα παιδιά της Εθνικής αντέχουν τη σκληρή κριτική, όταν είναι δίκαια.


Σήμερα ο αγώνας με την ιαπωνία θα δείξει τι ψάρια μπορούμε να πιάσουμε στη διοργάνωση και αν θα γυρίσουμε σπίτι μας από την πρώτη φάση. Την επόμενη φορά πάντως που θα προκριθούμε στην τελική φάση και θα καταφέρουμε να συμπληρώσουμε το πρώτο δεκάλεπτο της πρεμιέρας χωρίς να δεχτούμε γκολ, θα πρέπει να διακοπεί το παιχνίδι και να μας αποδοθεί ειδικό βραβείο, ανεξάρτητα από το τι θα γίνει στη συνέχεια.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Τάξεις και ηθική

Αν θυμάμαι καλά κάποια στοιχεία της.. ανωτάτης βαζιουλινικής, η ηθική εξετάζεται ως μια από τις τρεις μορφές της συνείδησης, μαζί με τη διάνοια (λογική) και την αισθητική και αποτελεί συνεπώς κατεξοχήν ανθρώπινο γνώρισμα. Τα ζώα δεν αναπτύσσουν συνείδηση και δεν έχουν καμία αίσθηση περί ηθικής, γιατί κινούνται και αναπαράγονται βάση ενστίκτων, χωρίς να επιδρούν συνειδητά στο περιβάλλον τους. Και η ηθική δεν είναι κάτι που τρώγεται, για να έχει κάποια άμεση χρηστική αξία για ένα σαρκοφάγο πχ, που τρώει χωρίς τύψεις κι αναστολές μικρότερα φυτοφάγα, για να ζήσει.

Όσο ξεφεύγει ο άνθρωπος από την αρχική «ζωώδη» κατάστασή του, όπου ήταν ένα με τη φύση, και επενεργεί συνειδητά στο περιβάλλον του, μετασχηματίζοντάς το, τόσο γίνεται κύριος του εαυτού του και των υλικών όρων της ζωής του και αρχίζουν να τον απασχολούν σοβαρά ηθικά ζητήματα. Όσο αναπτύσσεται δηλ η ανθρώπινη συνείδηση, τόσο καλλιεργείται η ηθική πλευρά της, που φτάνει στην κορύφωσή της στην κοινωνία του μέλλοντος, όπου και αρχίζει η πραγματική ιστορία του ανθρώπινου γένους. Εκεί ο άνθρωπος ορίζει πλήρως τις τύχες του και παύει να είναι έρμαιο τυφλών και τυχαίων δυνάμεων –από μια κακοκαιρία, που καταστρέφει την αγροτική παραγωγή, μέχρι την.. αόρατη χείρα της αγοράς, που καθορίζει την προσφορά και τη ζήτηση και το αν θα μείνουν απούλητα τα προϊόντα του (φετιχισμός του εμπορεύματος). Μόνο τότε η δική μας δράση καθίσταται πλήρως συνειδητή και στοχοκατευθυνόμενη και μας επιτρέπει πχ να ελέγχουμε όλους τους όρους της παραγωγής, ώστε να μην καταστρέφει η ανάπτυξη το φυσικό περιβάλλον και να μην κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα που συσσωρεύεται κι εντείνεται με το πέρασμα του χρόνου.

Συνειρμικά και παρεμπιπτόντως, όσα περιγράφονται παραπάνω έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον αστικό στρατό πχ όπου ο φαντάρος καλείται να εκπέσει στην κατάσταση του πιστού, υπάκουου ζώου που εκτελεί διαταγές, χωρίς να θέτει δύσκολα ερωτήματα και να αναζητά κάποιο νόημα σε ό,τι κάνει. Ενώ καλείται να ξεχάσει την ηθική του προκειμένου να έχει ηθικό (ακ-μαι-ό-τα-το), να αμβλύνει τη σκέψη, τη συνείδησή του, την κριτική του ικανότητα, να αποκτηνωθεί πλήρως, για να μην έχει ηθικές αναστολές κι ενδοιασμούς. Πρέπει να είναι υπάκουος και πειθαρχημένος, για να είναι χρήσιμος και αποτελεσματικός, όπως ακριβώς στην παραγωγή και το σύγχρονο καπιταλισμό του στρατώνα –κι ας κόλλησαν στη σοβιετία οι αστοί τη ρετσινιά του στρατοκρατούμενου καθεστώτος.

Ένα δεύτερο βασικό γνώρισμα της έννοιας της ηθικής είναι ότι δε μένει σταθερή κι αναλλοίωτη στον χρόνο. Αυτό που κάποτε θεωρούνταν ηθικό, σήμερα μπορεί να φαίνεται ξεπερασμένο κι αντίστροφα. Κι αυτό που είναι εγκληματικό για ένα λαό, μπορεί να είναι φυσικός και απαραίτητος όρος ύπαρξης για τους εκμεταλλευτές του. Η ηθική καθορίζεται από τις δοσμένες κοινωνικές συνθήκες, αλλάζει και εξελίσσεται μαζί τους. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό είναι καθορίζει την κοινωνική συνείδηση και όχι αντίστροφα. Το αποτρόπαιο για εμάς έθιμο του κανιβαλισμού δεν ήταν απόρροια πρωτογονισμού ή κάποιας γενικευμένης ηθικής παρακμής, αλλά της ανάγκης των ανθρώπων της εποχής να επιβιώσουν. Ενώ ο σημερινός κανιβαλισμός, όπου καλούμαστε να πατήσουμε επί πτωμάτων για να αναδειχτούμε και να επικρατήσουμε, θα ήταν τελείως ανεξήγητος ακόμα και για τους πρωτόγονους με την αγελαία συλλογική συνείδηση.

Υπάρχουν βεβαίως γενικές, διαχρονικές αξίες, όπως η αγάπη, η φιλία, η αλληλεγγύη. Αλλά η μορφή και το συγκεκριμένο περιεχόμενο που παίρνουν κάθε φορά εξαρτάται άμεσα από το περιβάλλον στο οποίο εκδηλώνονται. Αυτή η σχετικότητα μπορεί να ξενίζει κάποιους αστούς κοινωνιολόγους και όσους σκέφτονται αντιδιαλεκτικά, αλλά επιβεβαιώνεται σε κάθε πτυχή της σημερινής κοινωνίας: την αστική υποκρισία που κηρύσσει τη λιτότητα, για να μας αρπάξει το φαΐ από το τραπέζι, και το ιερό του οικογενειακού θεσμού, για να επιδοθεί στα κρυφά σε ερωτικές απιστίες και να θεωρεί κατάρα τη μητρότητα στην αγορά εργασίας· καταδικάζει τους φτωχούς να ζουν σε μια κοιλάδα δακρύων αλλά σοκάρεται με τα μέσα που χρησιμοποιούν στη ζούγκλα για να επιβιώσουν και με τις αρκούδες που χέζουν στο δάσος –όπως λέει και στον ισοβίτη του αρκά.

Στη σημερινή κοινωνία επικρατεί η ηθική του ανταγωνισμού, (όπου η ανάπτυξη των άλλων θεωρείται ως όριο κι όχι ως προϋπόθεση για τη δική μας) και το δίκιο του ισχυρού, δηλ ο νόμος της ζούγκλας. Θεωρείται νόμιμο και ηθικό να γίνεται εμπόρευμα η εργατική δύναμη και κάθε πτυχή της ζωής του ανθρώπου, να διανέμονται τα αγαθά με βάση το εισόδημα κι όχι τις ανάγκες του καθενός. Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος...

Εξάλλου υπάρχει η πολύ γλαφυρή ομολογία ενός μάλλον δευτεροκλασάτου αστού πολιτικού, του βουλγαράκη της νδ, που συμπύκνωσε σε μία μόνο ατάκα τη διαλεκτική σχετικότητα που αρνούνταν οι υπόλοιποι, όταν απάντησε στις κατηγορίες που του αποδίδονταν για ένα σκάνδαλο με μία οφ-σορ, με το περίφημο: ό,τι είναι νόμιμο είναι κι ηθικό. Κι είχε απόλυτο δίκιο σε ό,τι αφορά την ηθική της τάξης του, που καθορίζει την κυρίαρχη αντίληψη περί ηθικής και νομιμότητας.

Το ίδιο περίπου πνεύμα επιβιώνει και σε μια κλισέ φράση των φιλήσυχων πολιτών: τάξις και ηθική. Υπονοώντας προφανώς πως ό,τι διατηρεί τη σημερινή τάξη πραγμάτων είναι ηθικό, ενώ οτιδήποτε την αμφισβητεί και τη διασαλεύει, καθίσταται αυτομάτως παράνομο κι ανήθικο. Κι ο ονειρμός στο παλιό του μπλοκ «τάξεις και ηθική» είχε δείξει πολύ εύστοχα, με αυτό το έξυπνο λογοπαίγνιο, το ταξικό πρίσμα της ηθικής και τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται.

Μήπως όμως έτσι ξεπέφτουμε στη μακιαβελική λογική, που λέει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Όχι σφοι, δεν ισχύει αυτό. Ο μαρξισμός συνίσταται στην ανάλυση του συγκεκριμένου, χωρίς να ανάγει κάποιες αφηρημένες αξίες σε απόλυτες, όπως κάνει η αστική σκέψη με την ιδιοκτησία, την αξία της ανθρώπινης ζωής (που την αφήνει ωστόσο να κυλιστεί στο βούρκο), την καταδίκη της βίας, κτλ. Για αυτό μιλά για την επαναστατική βία, τους δίκαιους κι άδικους πολέμους, τον πραγματικό ουμανισμό, που προϋποθέτει άσβεστο μίσος για όσους εμποδίζουν την ανθρωπότητα να προχωρήσει. Αλλά η διαλεκτική σκοπού και μέσου είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο, που ξεφεύγει από τα όρια του κειμένου.

Ποια μπορεί λοιπόν να είναι η δική μας απάντηση στο σημερινό πλαίσιο;
Μου έρχεται στο μυαλό ένας στίχος του μπρεχτ για όσα κάνουν τον άνθρωπο απαλό κι ανθρώπινο και πρέπει να προσπαθούμε να τα αναπτύξουμε από σήμερα στο μέτρο του δυνατού. Το εαακίτικο σύνθημα «εαακ-ήθος-πολιτισμός» κι η σατιρική παραφθορά του «εαακ-καφρίλα-ποδαρίλα», καθώς πολλές φορές χρειάζεται να επιστρατεύσουμε την ειρωνεία (ή και την καφρίλα) για να σκίσουμε το πέπλο της υποκρισίας, να διώξουμε το φύλλο συκής της αστικής κοινωνίας, που κολυμπά στο βούρκο της ανηθικότητας, αλλά θέλει να κρατήσει καθαρά τα νύχια της, γιατί ό,τι είναι νόμιμο είναι κι ηθικό.

Μα πάνω απ’ όλα μπορούμε να θυμηθούμε τα επίκαιρα λόγια του γκόρκι: Την «ηθική των αφεντικών» την αντιπάθησα όσο και την «ηθική των δούλων». Μια τρίτη ηθική έβλεπα να διαμορφώνεται μέσα μου: «Δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται».


Το κείμενο βασίστηκε σε σημειώσεις για μια εργασία της flippant, στην οποία κι αφιερώνεται

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Δύο σημειώσεις

Α. οι συμπτώσεις της ιστορίας το ‘φεραν έτσι που η επέτειος της γέννησης του τσε και του θανάτου του άρη να είναι κολλητά η μία κοντά στην άλλη, για να τους θυμόμαστε και να τους τιμούμε μαζί, σα ζευγάρι αχώριστο με βίους σχεδόν παράλληλους: από τη μεσοαστική τους καταγωγή στο ολόψυχο δόσιμο στους λαϊκούς αγώνες· και από το ένοπλο αντάρτικο μέχρι το τραγικό αλλά ένδοξο τέλος τους. Ακόμα κι η προσπάθεια εμπορευματοποίησης του τσε, για να τον εκφυλίσουν και να τον καταστήσουν ακίνδυνο ως ιστορικό παράδειγμα, βρίσκει το ελληνικό της αντίστοιχο στην πολιτική υπεραξία που θέλησε να βγάλει το πασοκ της μεταπολίτευσης από τα κάδρα και τις φωτογραφίες του άρη στα τοπικά του γραφεία, ως κάποιο πρώιμο σύμβολο τάχα της τρίτης σεπτέμβρη.

Υποψιάζομαι πάντως ότι για κάποιο κόσμο η σύνδεση που κάνει μεταξύ των δύο κι οι τιμές που τους αποδίδει έχουν πολύ διαφορετική αφετηρία. Νομίζω δηλ πως αυτό που βλέπουν και θαυμάζουν κάποιοι στον γκεβάρα και το βελουχιώτη είναι εκείνα τα στοιχεία που φτιάχνουν ένα ψεύτικο είδωλο, σαν ιστορική οφθαλμαπάτη. Δεν τιμούν τους ένοπλους συλλογικούς αγώνες των οποίων ηγήθηκαν ο καπετάνιος και ο κομαντάντε, αλλά την.. ηρωική μοναχική τους πορεία, που δεν χώρεσε σε έτοιμα, οργανωτικά καλούπια. Δεν τιμούν τη σταθερά πορεία τους μέσα απ’ τις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος αλλά εκείνες τις στιγμές που τάχα συγκρούστηκαν με αυτό ή τουλάχιστον με την επίσημη, οργανωμένη έκφρασή του (εσσδ, κκε) και τις επιλογές τους. Σε τελική ανάλυση δεν τους τιμούν για τους νικηφόρους σταθμούς του συλλογικού αγώνα τους, αλλά για την ήττα τους και το.. ρομαντικό, μοναχικό τους τέλος. Τους τιμούν δηλ γιατί έχασαν κι έφυγαν νωρίς, για να θάψουν τους ζωντανούς που εκφυλίστηκαν δήθεν και βολεύτηκαν.

Στην πραγματικότητα βέβαια ο βελουχιώτης δεν ήταν ο «αρχηγός των ατάκτων» ή κάποιου μπουλουκιού, αλλά αρχηγός του ένοπλου οργανωμένου λαού και των τάξεων που πολεμούσαν για λευτεριά και λαοκρατία. Και ο τσε γκεβάρα δεν ήταν πραγματικός επαναστάτης, επειδή άφησε τη βολή και την καρέκλα του υπουργού σε διάκριση κι αντιπαράθεση με αυτούς που έμειναν πίσω και επαναπαύτηκαν στις επαναστατικές δάφνες ή γραφειοκρατικοποιήθηκαν, αλλά γιατί υπηρέτησε πιστά μέχρι τέλους την επαναστατική υπόθεση, όπως ακριβώς έκαναν απ’ τη δική τους σκοπιά οι κουβανοί, οικοδομώντας στην πατρίδα τους την κοινωνία του μέλλοντος και βοηθώντας έμπρακτα, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, διάφορα επαναστατικά κινήματα ανά τον κόσμο.

Αυτό που προκύπτει λοιπόν ως φαινομενικά παράδοξο είναι πως τα διάφορα ακροδεξιά φασισταριά με τη μηδενική νοημοσύνη, που βρίζουν χυδαία τον κομμουνιστή βελουχιώτη και τον κομμουνιστή τσε γκεβάρα, από αλλεργία σε οτιδήποτε επαναστατικό και προοδευτικό, καταλαβαίνουν τελικά τη σύνδεση αυτών των δύο με τους κομμουνιστές και τους λαϊκούς αγώνες, πολύ καλύτερα από λογής-λογής ψαγμένους υμνητές και θαυμαστές τους. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι τους θαυμάζουν για (τους) λάθος λόγους, ενώ οι πρώτοι τους μισούν θανάσιμα και τους καθυβρίζουν για τους σωστούς λόγους και προπαντός για αυτό που ήταν: κομμουνιστές.

Β. οι ομαδικές απολύσεις στην χαλυβουργία έρχονται να ανοίξουν τους ασκούς του αιόλου και να διαψεύσουν για πολλοστή φορά τις αυταπάτες του φιλήσυχου νοικοκυραίου που όταν βλέπει απεργία, λουφάζει στα αυγά του, για να μην μπλέξει και βαυκαλίζεται πως το αφεντικό θα του είναι ευγνώμων και θα προφυλάξει ειδικά αυτόν, ως αντάλλαγμα για την υπάκουη στάση του. Αλλά στα συλλογικά προβλήματα δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις –παρά μόνο ως εξαίρεση στον κανόνα, αλλά και αυτό ξεφτίζει σιγά-σιγά. Στην ουσία επιβεβαιώνεται η προειδοποίηση του μπρεχτ: όποιος δεν έχει τον αγώνα μας μοιραστεί, θα μοιραστεί την ήττα μας. Σε αντίθεση με άλλες εποχές, που κάποιοι είχαν μάθει να λουφάζουν στους αγώνες και τις απεργίες, για να μοιραστούν εκ του ασφαλούς τις νίκες και τις κατακτήσεις τους, σήμερα οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι να χάσουν ή να νικήσουν όλοι μαζί, σαν τάξη κι όχι σα μονάδες.

Οι απολύσεις των χαλυβουργών έρχονται ως κορύφωση σε μια σειρά εξελίξεις που τρέχουν και δεν προλαβαίνει να τις καταγράψει καλά-καλά κανείς. Οι καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών έχουν μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης, της κρατικής καταστολής, της αδέκαστης δικαιοσύνης και της τηλεοπτικής προπαγάνδας, που βαράνε όλες μαζί σα σφυριά, συντονισμένα κι «ανεξάρτητα», στην ίδια κατεύθυνση. Στους διοικητικούς υπαλλήλους των πανεπιστημίων λήγει η περίοδος της διαθεσιμότητάς τους και μαζί η εκεχειρία κι ο προσωρινός συμβιβασμός που είχαν πετύχει με τον πολύμηνο αγώνα τους το περασμένο εξάμηνο. Στο πολυτεχνείο κρήτης ψηφίστηκε ο αντιδραστικός εσωτερικός κανονισμός σε κλειστή συνεδρίαση της συγκλήτου· κι όταν οι φοιτητές προχώρησαν σε κατάληψη, ο πρύτανης απάντησε με ένα ιδιότυπο «λοκ-άουτ» και το κλείσιμο της λέσχης, για να τους εκβιάσει! Στην ερτ ένας σεκιουριτάς χτύπησε με φαλτσέτα ένα συνδικαλιστή. Κι όλα αυτά απλώς ως καταγραφή όσων συνέβησαν μες στην τελευταία εβδομάδα.

Το αστικό κράτος κι οι μηχανισμοί του εκδικούνται τους πρωτοπόρους μαχητικούς κλάδους και γενικώς οποιονδήποτε τολμήσει να αντιδράσει με κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή του: δεν ξεχνά, δε συγχωρεί. Η διαφορά είναι πως εμείς από την πλευρά μας δεν έχουμε κανένα περιθώριο αυτάρεσκης επιβεβαίωσης (εμείς σας τα λέγαμε, σας είχαμε προειδοποιήσει) ή εκδικητικής χαιρεκακίας απέναντι στις φενακισμένες εργατικές συνειδήσεις ή ακόμα και την υστερική απεργοσπάστρια της χαλυβουργίας, που είχε πιάσει στασίδι στα κανάλια τον καιρό της απεργίας. Γιατί; Γιατί είμαστε καταδικασμένοι να χάσουμε ή να νικήσουμε όλοι μαζί, ως τάξη.

Κι ένα υστερόγραφο:

Το διήμερο 20-21/6 το Μουσικό Εργαστήρι του Παμμικρασιατικού Συνδέσμου στην Πάτρα, με έδρα τα Προσφυγικά, θα παρουσιάσει την δουλειά που ετοιμάζει μήνες τώρα, με δύο συναυλίες και τιμώμενα πρόσωπα τον Κώστα Καζάκο και τη μεγάλη απούσα Μαρία Δημητριάδη. Όσοι πιστοί προσέλθετε και πατήστε την παρακάτω εικόνα, για να μάθετε λεπτομέρειες.


Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Επανάσταση με μια μπάλα

Μετά από την αναφορά στη χτεσινή αθλητική επέτειο, στο σημερινό ιστορικό-αθλητικό ένθετο η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει από το χτεσινό «φως των σπορ» και τη στήλη της όλγας νικολαΐδου ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι για τον ερνέστο τσε γκεβάρα, που γεννήθηκε σαν χτες, πριν από 86 χρόνια, και τη σχέση του με το ποδόσφαιρο. Καλή ανάγνωση.


«Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα ακόμη άθλημα, αλλά ένα όπλο της επανάστασης». Η φράση ανήκει στον άνθρωπο-σύμβολο της επανάστασης, τον Τσε Γκεβάρα, που κατά μία εκδοχή γεννήθηκε σα σήμερα το 1928. Και λέμε κατά μία εκδοχή, γιατί αν και στο πιστοποιητικό γέννησής του αυτή η ημερομηνία αναγράφεται, κατά τους βιογράφους του υπάρχει μια μαρτυρία της μητέρας του, σύμφωνα με την οποία ο γιος της ήταν «παιδί του Μάη». Αυτό για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι η ημερομηνία του θανάτου του: ήταν στις 9/10/1967, όταν ο μεγάλος αυτός άνδρας έπεφτε νεκρός από το όπλο του Βολιβιανού υπαξιωματικού Μάριο Τεράν, κατόπιν εντολής του πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες. «Πυροβόλησέ με, δειλέ, θα σκοτώσεις απλά έναν άνθρωπο», λέγεται ότι ήταν οι τελευταίες λέξεις που ξεστόμισε ο Ερνέστο, όπως ήταν το όνομά του. (Το «Τσε» που στην πραγματικότητα είναι τύπος προσφώνησης –κάτι σαν «ε, φίλε»- του το «κόλλησαν» οι συναγωνιστές του στην Κούβα, επειδή ξεχνώντας τα ονόματά τους, τους περισσότερους τους φώναζε έτσι). Όπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι ο θάνατός του σηματοδότησε τη γέννηση ενός από τους μεγαλύτερους θρύλους. Σχεδόν 50 χρόνια μετά, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα παραμένει ένα ίνδαλμα, ένας μύθος που αντιπροσωπεύει την πιο άφθαρτη και πιο όμορφη εκδοχή του αγώνα για ένα καλύτερο αύριο. Άλλωστε όπως έλεγε κι ο ίδιος, «ο άνθρωπος κατάγεται από το όνειρο». Η ζωή του αργεντινού από το Ροζάριο (έχει κοινό τόπο καταγωγής με τον Λιονέλ Μέσι) έχει χωρέσει σε πολλά βιβλία και σε ταινίες. Εμείς σήμερα θα αρκεστούμε σε μία μόνο από τις πτυχές της συναρπαστικής ζωής του, στη σχέση του με το ποδόσφαιρο.

Από μικρό παιδί υπέφερε από άσθμα και πάλευε με αυτήν την αδυναμία του. Έτσι, εκτός από το διάβασμα στο οποίο αφιέρωνε πολλές ώρες, δοκίμαζε συνέχεια τις αντοχές της αναπνοής του παίρνοντας μέρος σε αθλήματα. Έκανε ιππασία, ποδήλατο, ενώ έπαιζε πινγκ-πονγκ, ράγκμπι και φυσικά ποδόσφαιρο.

Το Δεκέμβριο του 1951, εποχή που ήταν φοιτητής της ιατρικής, μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδο καβάλησαν μια μηχανή «Νόρτον» 500 κυβικών με σκοπό να γνωρίσουν τη Λατινική Αμερική. Επισκέφτηκαν την Χιλή, το Περού, τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, τον Ισημερινό, τον Παναμά. Όσο βρίσκονταν στο Περού, οι δυο φίλοι εργάστηκαν σε λεπροκομείο προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στους ασθενείς. «Προσπαθήσαμε να εφαρμόσουμε την ψυχοθεραπεία και ψυχαγωγούσαμε τους λεπρούς. Φτιάξαμε με τους αρρώστους ποδοσφαιρική ομάδα και διοργανώσαμε αγώνες. Η προσοχή μας κι η συντροφική συμπεριφορά μας σε αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα ανέβασαν κατακόρυφα τη διάθεσή τους», θυμάται ο Αλμπέρτο.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Τσε, ως υπουργός της Κούβας πλέον, υποδέχεται τη Μαντουρέιρα, τη βραζιλιάνικη ομάδα (τρίτης κατηγορίας) που τη δεκαετία του 60’, στο πλαίσιο περιοδείας της, βρίσκεται κάποια στιγμή στην χώρα του Φιντέλ Κάστρο. Ο Ερνέστο εκτός από το ότι επισκέφτηκε την αποστολή στο ξενοδοχείο, ως καλός οπαδός, ήταν κοντά στους ποδοσφαιριστές καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στην Κούβα, ενώ παρευρέθηκε και στο τελευταίο τους ματς. Οι άνθρωποι της Μαντουρέιρα κυκλοφόρησαν στιγμιότυπα από εκείνη την περιοδεία, ενώ πέρσι έβγαλαν μια συλλεκτική φανέλα, στην οποία αποτύπωσαν τη μορφή του μεγάλου επαναστάτη. Και φυσικά, η εν λόγω φανέλα πούλησε τρελά.




Για να ξαναγυρίσουμε στο 1967, μετά τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, ξέσπασαν σφοδρές ταραχές στο Μπουένος Άιρες. Στο διάστημα εκείνο αρκετοί ποδοσφαιρικοί αγώνες διακόπηκαν από το στρατό και την αστυνομία, καθώς φίλαθλοι της Ιντεπεντιέντε, της Φεροκαρίλ Οέστε, της Μπόκα Τζούνιορς και της Τσακαρίτα ούρλιαζαν στις κερκίδες «Τσε! Τσε!». Το μετέπειτα διάστημα παίκτες και θεατές με συμβολικές πράξεις, θα εκδήλωναν την αλληλεγγύη τους σε οικογένειες αγνοουμένων και δολοφονημένων από τα στρατιωτικά καθεστώτα της Λατινικής Αμερικής. Ευτυχώς, τα ποδοσφαιρικά γήπεδα δεν είναι μόνο χώρος εκτόνωσης, αλλά και χώρος όπου πάντα υπάρχει δυνατότητα να εκφράζονται συλλογικά αξίες. Και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, τα λόγια του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα επιβεβαιώνονται: «Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα ακόμη άθλημα, αλλά ένα όπλο της επανάστασης».

Για τη φανέλα ρε γαμώτο...

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

15 Ιουνίου 1987

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει σήμερα, λόγω της ημέρας και της αθλητικής επετείου, ένα διήγημα του γ.φ. καλογέρογλου από το τρομερό προλεκαλτ βιβλιαράκι «για πάντα εσσδ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις komsomol, έχοντας στο εξώφυλλο μια λεπτομέρεια από την φωτό του αγαθού γίγαντα βλαντίμιρ τσατσένκο, που κοσμεί και την αριστερή στήλη του μπλοκ. Στο εσωτερικό μάλιστα υπάρχει εισαγωγικά κι η εξής αφιέρωση του συγγραφέα

Αφιερώνεται στις παιδικές γαλαρίες των ΚΟΒ, κυρίως στους «δογματικούς» που δε ρίξαν τα κόκκινα λάβαρα υποστήριξης της CCCP. Στα ξεπουλητάρια που ασπάστηκαν τον ευρωκομμουνισμό και τις λοιπές μεταμοντέρνες αρλούμπες τους ξαναθυμίζουμε τα σοφά λόγια του Τσατσένκο: «Η ήττα μας στο τερέν του μπάσκετ είναι αποτέλεσμα της νέας μας στρατηγικής (εννοεί του ΚΚΣΕ) που μετά το 20ό συνέδριο έδειξε πραγματικά τι σημαίνει ειρηνικός δρόμος προς το σοσιαλισμό… να κοιτάς δηλ το μπασμένο αμερικανάκι Γκάλη και να κάνεις το μαλάκα».

Το διήγημα που ακολουθεί είναι το πρώτο από τα τρία συνολικά που περιέχει η έκδοση και διηγείται τις περιπέτειες και τη δύσκολη επόμενη μέρα ενός έφηβου, που υποστήριζε στον τελικό του ευρωμπάσκετ του 87’ τη σοβιετική ένωση και υφίσταται την καζούρα, τα πειράγματα και την προδοσία φίλων, συμμαθητών και του παιδικού του έρωτα. Καλή ανάγνωση.

Για πάντα ΕΣΣΔ
«Τίποτα τίποτα δε μας σταματά… Πραγματικά είμαστε τόσο κοντά… Η πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα… Αργύρης Καμπούρης… 101-102…»

Ο Γιώργος νευριασμένος περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες και δεν ήθελε να συναντήσει κανέν7’αν συμμαθητή του. Είχε τσαντιστεί, συνέχεια στροβέλιζε στο μυαλό του ο Συρίγος και η κωλοφωνή του. Στα αυτιά του είχε ακόμα τις στρακαστρούκες του πασόκου που δούλευε στον ΟΤΕ από την απέναντι πολυκατοικία, που είχε βγει και φώναζε ελλαδάρα ομαδάρα με το λευκό αμάνικο  και το σταυρουδάκι που πλεκόταν με τις τρίχες του στέρνου και που πετάγονταν απ’ έξω. Στρακαστρούκες πέταγε κι ο ψιλικατζής όλο το βράδυ, ο ψιλικατζής που στραβοκοιτούσε όταν ο πατέρας του τον έστελνε να πάρει το Ριζοσπάστη. Η κουφάλα λες και το ‘κανε επίτηδες. Με το που βγήκε έξω ο μικρός είχε αρχίσει να λέει μαλακίες για τον Τσατσένκο, τι του έκανε για δεύτερη φορά η Ελλάδα του κομμουνισμού και κάτι τέτοια, πριν κάνα δίμηνο είχε κολλημένο τρανζίστορ στην αυτάρα του και άκουγε για το Σισμίκ… Ο Γιώργος γυρνούσε άπραγος στα σοκάκια, με τα λεφτά για παγωτό στην τσέπη, σιγά μην αγόραζε από το ρουφιάνο τον ψιλικατζή ξανά το ξυλάκι λεμόνι-φράουλα, τη γρανιτάρα του καλοκαιριού, που την τσάκιζε με τη πρώτη ευκαιρία. «Τα τίμια λεφτά των εργατών, κουφάλα, που μου δίνουν για χαρτζιλίκι, δε θα στα ξαναφήσω», σκεφτόταν. Κάθισε σε ένα παγκάκι και σκεφτόταν τη Νικολέτα, ένα κοριτσάκι που του ‘χε πάρει το μυαλό, ξανθό και λυγερόκορμο, που έμενε στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας και πήγαινε στο δίπλα σχολείο. Είχε έρθει από την Αυστραλία με τα πατίνια της και ένα ξανθό κότσο με κάτι φακίδες που του δημιουργούσαν ταραχή όταν τις κοιτούσε… Περνούσε η ώρα και η Νικολέτα πουθενά. Ίσως δεν έβγαινε, σκέφτηκε. Εμφανίστηκαν οι συμμαθητές του Γιώργου μαζί με αγόρια και κορίτσια της γειτονιάς, με συνθήματα και τραγούδια για την χτεσινή νίκη…

-Από Σεπτέμβρη να γραφτούμε όλοι μπάσκετ, πετάει την ιδέα ο Μάριος που φορούσε την μπλούζα της εθνικής.
-Τι μπάσκετ να παίξεις ρε χοντρέ; Πήγαινε πρώτα στα βοδιλάιν να αδυνατίσεις, του απαντά ο Σούλης. Χαχαχαχα γελάσαν όλοι. Πωωωω δεν είχε διάθεση να τους ακούει, δεν έβλεπε πουθενά και τη Νικολέτα, του ζαλίζαν τα αυτιά με τον Γκάλη και το Γιαννάκη.
-Τι έχεις ρε και δε μας μιλάς; Του αποκρίθηκε ο Άρης, ένας συνομήλικος από την ίδια τάξη του δημοτικού.
-Το ‘δες χθες;
-Ναι, του απάντησε ο Γιώργος, αλλά δεν χάρηκα. Τι το ‘θελε και το ‘πε; Το ακούσαν όλοι και τον άρχισαν στην πρόγκα.

-Σας γαμήσαμε καλά χθες ε; Κωλοδάχτυλα στα αυτιά, πειράγματα, Ελλαδάρα, ομαδάρα, φωνές, σφυρίγματα… Είχε αρχίζει να κοκκινίζει από τα νεύρα του, είχε φάει και κάτι νερά στη μπλούζα, την κοπάνισε για να γλιτώσει την πρόγκα, με δυο δρασκελιές είχε βρεθεί στην καβάτζα του, σε κάτι σκαλάκια. Σιγά μην τον άφηναν έτσι, ειδικά κάνα δυο κωλοπαιδαράκια που όλο έπαιζαν  κατακέφαλα με την πρώτη ευκαιρία σε κάθε τους συναπάντημα. Είχε κάτσει κάνα δεκάλεπτο λαχανιασμένος και τσαντισμένος, όχι για την πρόγκα, μα με τον μαλάκα τον Άρη που δε τον είχε υποστηρίξει. Δεν ήταν κολλητοί, απλά οι πατεράδες τους «περνούσαν» από την κόβα της γειτονιάς. Εκεί είχαν γνωριστεί, στην εσωτερική αυλή της κόβας. Έπαιζαν με κάτι κόκκινες μπίλιες και περίμεναν να τελειώσουν οι συζητήσεις των μεγάλων, καμιά φορά τους έβαζαν να ζωγραφίσουν και κάνα σφυροδρέπανο σε κάνα πανό για να ξεβαρεθούν.

-Τρέχα μαλάκα έρχονται… και ο Αντρέας έχει σφεντόνα, του είπε ο Άρης που μόλις είχε φτάσει για να του πει τα καθέκαστα.
-Τρέχα, φύγε, πήγαινε σπίτι σου.
-Ευχαριστώ για τη στήριξη, του ‘πε ειρωνικά ο Γιώργος που ήταν τσαντισμένος γιατί ο Άρης δεν είχε πάρει θέση υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης… Ο Άρης έπιασε στον αέρα το ειρωνικό σχόλιο και με ήρεμο τόνο του ξηγήθηκε.
-Ο πατέρας μου μού ‘πε να μην πω τίποτα εναντίον της εθνικής. Ήταν άδικο. Πώς και οι δικοί του δεν του ‘χαν πει το ίδιο; Είμαστε ή δεν είμαστε με την USSR γαμώτη; Σκέφτηκε ο Γιώργος. Μπουγέλα με νερό από την πάνω πλευρά των σκαλιών έπεφταν κατά πάνω τους, ο Αντρέας με τη σφεντόνα του δε φαινόταν στο μπουλούκι, ο Γιώργος καθώς έτρεχε φώναζε «ένας-ένας άμα θέλετε…», μα δε σταμάτησε να ακούσει τι του απαντούσαν. Κάτι για τη μάνα του σίγουρα και για τον Τσατσένκο. Καθώς έτρεχε, να σου τη και η Νικολέτα χαρούμενη-χαρούμενη έξω από το φούρνο με ένα χωνάκι με τρεις τέσσερις μπάλες παγωτό επάνω. Οι γονείς την είχαν μοναχοκόρη και της έδιναν μόνιμα χαρτζιλίκι με την προϋπόθεση ότι θα αγοράζει φρέσκο παγωτό που είναι πιο υγιεινό και πιο νόστιμο από το ψυγείο του ψιλικατζίδικου. Είχε χαρεί που τον έβλεπε, είχε δυο μέρες να τον δει. Αυτός βρεγμένος από τα μπουγέλα κοντοστάθηκε μα ήταν φανερά τσιλιαρισμένος, κοιτούσε πίσω, απαντούσε μονολεκτικά. «Τι να έχει αλλάξει» θα σκεφτόταν η έρμη η Νικολέτα, «αυτός μέχρι χθες μου ‘γραφε ραβασάκια και χτυπούσε συνέχεια το κουδούνι για να ζητήσει βοήθεια σε εξισώσεις που δεν μπορούσε να λύσει…» Η αμηχανία ήταν εμφανής στο πρόσωπο του Γιώργου.

-Μου ‘πε η μητέρα σου ότι θα ‘σαι στις κούνιες, πήρα ένα παγωτό και ήρθα να σου πω… δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της, ενώ είχε γίνει κόκκινη σαν παντζάρι, γιατί οι φωνές των παιδιών που κυνηγούσαν το Γιώργο τον έκαναν να εξαφανιστεί από μπροστά της.

Καθώς έτρεχε, έκλαιγε από τα νεύρα του. Τα είχε ζητήσει από τη Νικολέτα και σε λίγες μέρες θα ‘φευγε για κατασκήνωση, ίσως να του ‘λεγε την απόφασή της. Βρέθηκε σε μια τρύπα στο λόφο του Φινόπουλου που την ήξερε μόνο αυτός, ήταν η τρύπα που μόνο σε δύσκολες περιπτώσεις περνούσε μέσα της τις ώρες του. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το κακό που τον βρήκε με το κωλομπάσκετ. Σουρούπωσε σιγά-σιγά, βγήκε από την κρυψώνα του και κίνησε για το σπίτι, ενώ στο σουβλατζίδικο απέναντι από την είσοδο τα πειράγματα δίναν και παίρναν. Ο Γκάλης είχε καρφιτσωθεί σε ένα παρμπρίζ αυτοκινήτου. Ουρές για το μπιφτέκι του «Θανάση», μαζί με τις μητέρες υπήρχαν και κάποια από τα παιδιά που ήταν με το μπουλούκι που τον είχε κυνηγήσει το απόγευμα, αλλά έκαναν μόκο γιατί υπήρχε περίπτωση μια φανερή εμπλοκή τους σε καβγά να τους στερούσε το πολυπόθητο σουβλάκι. Σε αυτή τη συνθήκη ο μόνος που δεν είχε τίποτα να χάσει ήταν ο Γιώργος. Πριν πάει σπίτι πέρασε από το ψιλικατζίδικο, του ‘χε πει η μάνα του να πάρει αλεύρι πριν γυρίσει σπίτι. Ο ψιλικατζής όμως έλειπε. Ήταν η τυφλέγκω η πεθερά του που μύριζε σαν ασβός, μοναστήρι και πατσατζίδικο μαζί.

-Γεια σου Γιωργάκη τι κάνεις; Του ‘πε καθώς ήταν πίσω από ένα ξύλινο πάσο και καθάριζε κάτι φασολάκια.
-Τι θες να σου δώσω;
-Ένα αλεύρι, απάντησε ο Γιώργος. Μέχρι να ξεκουνηθεί όμως η τυφλέγκω, να γυρίσει και να πιάσει το αλεύρι, ο Γιώργος είχε κλέψει δυο-τρεις σοκοφρέτες, ενώ πέταξε μέσα στο ψυγείο με τα παγωτά μια καρτέλα αυγά που ήταν ακριβώς πάνω από το ψυγείο. Πλήρωσε, καληνύχτισε και έφυγε. Μπαίνοντας στο σπίτι συνάντησε τη μητέρα της Νικολέτας που τη συμπαθούσε πολύ, αφού ήταν η μητέρα της κοπέλας που δεν έβγαζε από το μυαλό του.

-Γεια σας κυρία Βερονίκη, τι κάνετε;
-Καλά Γιώργο μου, εσύ; Ο μπαμπάς, η μαμά;
-Μια χαρά κυρία Βερονίκη.
-Σου είπε η Νικολέτα; Τελικά θα ξαναφύγουμε για Αυστραλία. Ο μπαμπάς της βρήκε δουλειά στο Σίδνεϋ.. Ο Γιώργος τα ‘χασε, η γροθιά του είχε συνθλίψει τις σοκοφρέτες στην τσέπη του καθώς την κοιτούσε και δεν μπορούσε να το πιστέψει.

-Μεθαύριο θα κάνει πάρτι αποχαιρετισμού και θέλουμε να ‘ρθεις, γιατί μου ‘πε ότι μαζεύεις κασέτες με ξένη μουσική.

-Εντάξει κυρία Βερονίκη, θα ‘ρθω… είπε ο Γιώργος ενώ το ασανσέρ τον έφτυνε σαν κουκούτσι στο δεύτερο όροφο που έμεναν αυτός και οι δικοί του. Όταν μπήκε σπίτι του άφησε το αλεύρι στη μάνα του που τον φίλησε στο μάγουλο και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Έσκισε τη φωτογραφία με την ομάδα μπάσκετ της Σοβιετικής Ένωσης, έξυσε για ώρα το χαραγμένο Γ+Ν από το κομοδίνο, κοίταξε στα ντουλάπια τις κασέτες του και πήρε μια απόφαση ότι δεν ξαναπάει ποτέ στην κόβα, τουλάχιστον για μπίλιες.