Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Φως ανάμεσα στις σκιές

Η κε του μπλοκ αντιγράφει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του χόρχε μέντες «φως ανάμεσα στις σκιές», όπου ο συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του κκ χιλής, περιγράφει την περιπέτειά του μετά από την ήττα του αλιέντε και την επιβολή της δικτατορίας του πινοσέτ και όσα βασανιστήρια υπέστη στα χέρια της αστυνομίας του καθεστώτος –που συχνά δεν αναγνώριζε καν την ύπαρξη κρατουμένων και ξεφορτωνόταν τα πτώματά τους με διάφορους τρόπους. Καλή ανάγνωση.



«Πώς αισθάνεσαι γεροντάκο;»
Ήταν η φωνή του χοντρού. Καθόταν στα δεξιά μου. Σήκωσα με προσπάθεια το κεφάλι μου, χωρίς να του απαντήσω. Το τσακάλι φαινόταν να γελάει.
«Θα μιλήσεις τώρα; Ξέρεις ότι μπορούμε να σε λιώσουμε. Άλλωστε έχουμε στα χέρια μας τη γυναίκα σου και τις κόρες σου».
Αυτός ο τύπος είναι που τα διευθύνει όλα. Κάνει τους υπολογισμούς του. Μ’ αφήνουν να κοιμηθώ όσο είναι απόλυτα αναγκαίο για να μην καταρρεύσω ολότελα… Η Μαρία; Οι κόρες μου;
«Τι θέλετε να σας πω;»
«Φαίνεται ότι συνήλθες για τα καλά. Σήκω πάνω, λοιπόν. Στον τοίχο φιλαράκο. Όταν αποφασίσεις να μιλήσεις, φώναξέ με. Άκουσες; Μέχρι τότε θα εξακολουθήσεις να στέκεσαι όρθιος».

Με έπιασε από το ένα μπράτσο και με σήκωσε. Άκουσα πάνω στο δάπεδο τους βαριούς ήχους των βημάτων που απομακρύνονταν. Τα πόδια μου τρεμουλιάζανε από την κούραση. Τα ένιωθα σκληρά, πολύ σκληρά. Στους αστράγαλους χτυπούσαν σα σφυριές οδυνηροί παλμοί. Δεν αντέχω άλλο, απλά δεν αντέχω. Αν δεν μπορέσω να κοιμηθώ, θα έρθει η ώρα που θα πάω στο τρελοκομείο. Ένα είδος απελπισίας μου έσφιξε το στομάχι. Ο ιδρώτας έτρεχε πάλι ποτάμι, μουσκεύοντας την ταινία, ζεσταίνοντάς με σε μαρτυρικό βαθμό. Αχ, αν είχα ένα μαχαίρι… Θ’ αρκούσε να το περάσω μια φορά πέρα-πέρα στο λαιμό μου. Ήταν εύκολο, αν έδινα τη μαχαιριά με αποφασιστικότητα, με δύναμη. Όλη αυτή η περιοχή του κορμιού είναι μαλακή και πλούσια σε φλέβες κι αρτηρίες. Εκεί βρίσκεται η τραχεία. Δεν είναι παρά ένας χόνδρος… Ε καλά, δεν έχω μαχαίρι. Ένα ξυραφάκι ξυρίσματος; Τίποτα. Αυτοί οι τύποι μου τα πήραν όλα, μέχρι και τις καρφίτσες… Ένα στέρεο κομμάτι σύρμα θα έκανε. Το βάζω ανάμεσα στα πλευρά, επάνω στην καρδιά και δίνω μια δυνατά κόντρα στον τοίχο, με φόρα, μια και κάτω. Το λίγο-λίγο δεν ωφελεί. Πρέπει να το κάνεις απότομα, έτσι που το σύρμα να χωθεί μέσα για μέσα, ως το βάθος. Από πού να πάρω ένα χοντρό σύρμα; Μα το διάβολο! Θα τους κάνω να μείνουν με ανοιχτό το στόμα! Τι γέλια που θα ‘κανα! Πάντοτε ήμουν γραπωμένος από τη ζωή, όπως όλος ο κόσμος. Ποτέ δε σκέφτηκα να πεθάνω. Ποτέ. Όμως τώρα θα πρέπει να το κάνω. Ναι. Με το θάνατο θα τελειώσει αυτή η ατελείωτη κούραση, αυτός ο πόνος στα ρημαγμένα πόδια μου, στους αστράγαλους, στα πλευρά μου… Τα ματογυάλια. Οι φακοί των γυαλιών μου. Αυτό θα είναι το όπλο μου. Μια κοψιά στο λαρύγγι, πάνω στην αορτή, κι άλλη μια στους καρπούς των χεριών. Θα στραγγίσει το αίμα μου… Στο διάβολο όλα! Πού είναι τα ματογυάλια μου; Εδώ, εδώ. Έψαξα στην αριστερή εσωτερική τσέπη του χοντρού σακακιού μου. Μέσα στη θήκη τους τα γυαλιά ήταν διαλυμένα. Ο σκελετός τους λυγισμένος και στο βάθος της θήκης τα τζάμια. Ήταν ανέπαφα. Τι τύχη! Τα χτυπήματα δεν τα είχαν σπάσει… Τα στριφογύρισα ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Προσπάθησα να κοιτάξω προς τα κάτω, ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι μου. Έβαλα τα δυνατά μου για να τα σπάσω. Λύγισαν μόνο λίγο. Είναι από πλαστικό! Οι άκρες τους ήταν στρογγυλεμένες. Δε μου είναι χρήσιμα, δεν έχουν συρμάτινο γύρο. Πλαστικό! Τι να κάνω; Έμεινα πολλή ώρα αναζητώντας μια λύση χωρίς να τη βρίσκω… Και τα νύχια μου; Όχι. Είναι υπερβολικά αδύνατα. Δε θα μπορούσα…

«Εδώ έχει τσάι. Πάρε! Θέλεις να φας;»
Να φάω; Θα μπορούσε να… Ναι. Μπορεί με το φαΐ να έρθει ένα μαχαίρι. Αν είναι έτσι, το κάνω τώρα, προτού με πάρει είδηση ο φρουρός.
«Ναι, θέλω να φάω».
Η φωνή μου αντήχησε στα αυτιά μου παράξενα. Θα είναι επειδή μου πονάνε τα αυτιά μου.
«Τότε κάθισε. Πέντε λεπτά.»

Βάδισα βήμα με βήμα, μισολιπόθυμος, τα δυο-τρία μέτρα που με χώριζαν από το τραπέζι-σχεδιαστήριο, στηριγμένος και με τα δυο χέρια πάνω στο στρατιώτη. Στερέωσα τα χέρια μου στην επιφάνεια του τραπεζιού για να βοηθηθώ.
«Και το σερβίτσιο;»
«Σερβίτσιο; Τα χέρια γιατί τα έχεις, κερατά;»
Ένα κομμάτι κρέας και μια πατάτα άχνιζαν στο μικρό ρηχό πιάτο από πλαστικό. Έγειρα το κεφάλι μου. Μου ερχόταν να κλάψω.
«Δε θα φας;»

Κούνησα το κεφάλι μου βαριά, σαν υπνοβάτης. Γύρισα για τη θέση μου μπροστά στον τοίχο. Τα πισινά μου ήταν σκληρά, τεντωμένα. Πρέπει να είναι οι ξερές ακαθαρσίες που έχουν κολλήσει εκεί. Τι βαθύς-βαθύς πόνος που είναι αυτός στους όρχεις μου! Ένιωθα τσιμπήματα στις πατούσες μου. Ανάπνεα πολύ ελαφρά για να αποφύγω τον πόνο στα πλευρά μου. Πάλι άρχιζε η γιορτή εκεί δίπλα; Μέσα στη μουσική ακούγονταν φωνές και ξεφωνητά. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόση ζέστη σε γιορτή. Δε θα υπάρχουν καθίσματα εδώ που να με κρατήσουν καθιστό; Γύριζα αναζητώντας μια καρέκλα. Κάποιος γέλασε. Μπορώ να πάρω ένα αναψυκτικό; Που είναι τα αναψυκτικά; Διψάω. Αν δεν υπάρχουν καρέκλες, θα καθίσω στο πάτωμα. Έξανα μερικά βήματα. Σταμάτησα. Νύσταζα τόσο πολύ! Και τι κούραση! Πού είναι το αναψυκτικό;
«Γύρνα στη θέση σου. Φαίνεται ότι στην έχει βιδώσει!»

Ένα χέρι έπιασε το μπράτσο μου. Βάδιζα σα να πατούσα πάνω σε καρφιά. Γιατί δε με αφήνουν να πιω ένα αναψυκτικό; Πρέπει να καθίσω. Δεν μπορώ να χορέψω. Μου πονάνε υπερβολικά τα πόδια. Η μουσική είναι πολύ δυνατή. Γιατί να μιλάνε τόσο σιγανά; Δεν καταφέρνω να ακούσω τι λένε. Ο κόσμος με περικύκλωνε. Η μουσική δυνάμωνε. Βρισκόμουνα στο κέντρο, σα μέσα σε μία ρόδα. Μήπως πρέπει να χορέψω σόλο; Διψάω!

«Τώρα δε θα βαστάξει ούτε πέντε!»
Έπεσα σα μολύβι, σα νεκρός. Δεν μπόρεσα να σταθώ μέχρι που με κρεμάσανε από τις χειροπέδες που μου γδέρνανε τους καρπούς των χεριών. Άκουγα τα ίδια τα βογγητά μου, βραχνά σα ρόγχους αγωνίας.

Ξαφνικοί καταιγισμοί από φως και σκιά, σα να γινόταν έκρηξη στο κεφάλι μου. Ανέβαινα και κατέβαινα. Κάποιος από πολύ μακριά, πατούσε με μανία τα πλευρά μου, τα πρησμένα πόδια μου, τους πρησμένους όρχεις μου. Μόλις που ένιωθα τα χτυπήματα. Σα να ήμουν ένα σακί παραγεμισμένο με άχυρα. Οι ριπές από φως και σκιά ελαττώσανε το ρυθμό τους. Η μουσική. Το φως που με τύφλωνε. Οι σκιές.

Με ξυπνήσανε με χτυπήματα. Μια κλωτσιά στην πατούσα μου με τη μύτη της μπότας, σαν ηλεκτρική εκκένωση. Έτσι θα πρέπει να πονάει το μεδούλι στο κόκαλο. Έβλεπα αστέρια, όταν μπροστά στον τοίχο άρχισε η καινούρια φάση. Πόσες ώρες κοιμήθηκα; Ρυθμίζανε με σοφία τον ύπνο! Χωρίς αμφιβολία, η εξασθένησή μου είχε επιταχυνθεί. Είχαν περάσει κιόλας κάμποσες μέρες και νύχτες. Το τέλος δεν ήταν μακριά. Δεν έχω όρεξη για φαΐ, παρόλο που είμαι νηστικός από τη μέρα που έφτασα εδώ. Πρέπει να βρω ένα μέσο να σκοτωθώ. Θα έχω δυνάμεις για να αρπάξω ένα αυτόματο από τα χέρια ενός φρουρού; Ίσως θα μπορούσα να τον αιφνιδιάσω. Το ζήτημα είναι να πυροβολήσω γρήγορα. Κι αν δεν έχει περασμένη δεσμίδα μέσα; Και τι γίνεται με την ασφάλεια; Πρέπει το όπλο να το έχουν με την ασφάλεια. Όμως θα ρίχνει σφαίρα-σφαίρα ή με ριπή; Αυτό είναι το λιγότερο. Χωρίς αμφιβολία, με τα χέρια μου φυλακισμένα στις χειροπέδες δε θα μπορέσω να μανουβράρω το όπλο ακόμα κι αν κατάφερνα να το αρπάξω. Όμως αν καταφέρω να μου ρίξει κάποιος; Αυτό είναι! Είναι η καλύτερη δυνατότητα. Στο μπάνιο. Εκεί πρέπει να γίνει. Υπάρχει ένα παράθυρο. Μερικές φορές είναι μισάνοιχτο. Στο δεύτερο πάτωμα είναι ή στο τρίτο; Αν καταφέρω να πηδήσω… Ναι. Το καλύτερο είναι να το επιχειρήσω, με σκοπό να με πυροβολήσει ο στρατιώτης. Διαφυγή αδύνατη. Και βέβαια. Θα το κάνω για να βρω το θάνατο. Δεν μπορώ πια με αυτή την κούραση, με αυτούς τους πόνους…

«Θέλετε να πάτε στο μπάνιο;»
Κάποιος μου μιλούσε στον πληθυντικό. Σήκωσα αργά το κεφάλι μου, που το κρατούσα ακουμπισμένο στον τοίχο. Είχε έρθει η ώρα, στην πιο κατάλληλη στιγμή.
«Ναι θέλω να πάω στο μπάνιο.»
Ένα χέρι στο μπράτσο μου, όπως συνήθως. Βήμα με βήμα, σέρνοντας το αριστερό πόδι μου –δεν μπορούσα να το στηρίξω- κατευθύνθηκα προς το μπάνιο ακουμπώντας επάνω στο φρουρό.
«Μπορείτε να βγάλετε την ταινία, αν θέλετε…»
Ήταν μια φωνή διαφορετική.

Τράβηξα την ταινία προς τα πάνω. Σχεδόν δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου από την κούραση. Έφτασα στο τελευταίο όριο ή μου φαινόταν έτσι. Κοίταξα το στρατιώτη. Δε θα ξεχάσω το πρόσωπό του. Δεν μπορούσε να κρύψει τη φρίκη που καθρεφτιζόταν στο βλέμμα του. Δεν ήτα παρά ένα νεαρό παιδί.

«Καθίστε στη λεκάνη και… ξεκουραστείτε. Εγώ θα σας ειδοποιήσω. Πηγαίνετε!»
«Όχι», του είπα βραχνά, «θα πηδήσω από το παράθυρο κι εσύ θα με πυροβολήσεις. Δεν ξέρω αν έχω δυνάμεις», είπα ασθμαίνοντας, «για να ανέβω εκεί, όμως εσύ πρέπει να με σκοτώσεις.»
«Γιατί; Είμαι κι εγώ ένα ανθρώπινο πλάσμα…»
«Πρέπει να το κάνεις. Ακούς; Δεν μπορώ πια. Δεν αντέχω πια. Πρέπει να με πυροβολήσεις. Μονάχα μια ριπή, θα πεις ότι προσπάθησα να δραπετεύσω. Τι σου στοιχίζει;»
«Καθίστε στη λεκάνη… Ξεκουραστείτε».
«Όχι. Πρέπει να το κάνεις. Δεν μπορώ άλλο…»
«Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντέχουν;»
«Οι άλλοι;»
«Έχουν περάσει πολλοί από ‘δω. Έχουν μείνει όρθιοι, όπως εσείς, για πολλές μέρες. Και βαστήξανε,»

Ώστε άλλοι είχαν αντισταθεί! Κι εγώ του ζητούσα τελειώνει με μένα. Άλλοι είχαν αντέξει; Δεν ήμουν εγώ ο μοναδικός; Θα μπορούσα να βαστήξω ακόμα, όρθιος, χωρίς να πεθαίνω λίγο-λίγο; Για ποιο λόγο μου μιλούσε με το «εσείς» αυτό το αγόρι;
«Θέλεις λεφτά λοιπόν; Θα σου δώσω όλα όσα έχω.»
«Ελάτε, καθίστε, περιμένετέ με».

Έμεινα μόνος, καθισμένος στη λεκάνη, με το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια μου.
Είδα τις μπότες να σταματάνε μπροστά μου.
«Πάρτε αυτό. Γρήγορα…», με πίεσε.
Σήκωσα τα χέρια για να πάρω ένα ποτήρι γάλα. Πώς το είχε βρει;
«Πάρτε το, πιείτε.»
Το άδειασα λαίμαργα μέχρι τον πάτο.
«Πάμε τώρα».

Σηκώθηκα και στηρίχτηκα στο μπράτσο του φρουρού. Γυρίσαμε βαδίζοντας αργά στο συνηθισμένο μέρος. Άκουσα τα βήματα να απομακρύνονται. «Πρέπει να βαστήξετε. Οι άλλοι πώς αντισταθήκανε». «Οι άλλοι;» «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και βαστήξανε». «Πέρασαν πολλοί από ‘δω. Και αντισταθήκανε»… Η ταινία σκέπαζε το πλημμυρισμένο από ιδρώτα πρόσωπό μου.


Είχα ανακαλύψει ότι ο τοίχος είχε μια προεξοχή κάπου πέντε πόντους. Ήταν μια μικρή γωνιά, ένα γείσωμα και για μένα ένα σημείο στήριξης, μια βοήθεια. Με το δεξιό ώμο πάνω στη γωνία, με το κεφάλι πλαγιαστό πάνω στον τοίχο, με τα πελώρια από το πρήξιμο πόδια μου ανοιχτά, σχεδόν κρεμασμένος, κολλημένος στον τοίχο σα μύγα, στηριγμένος στο δεξί πόδι, χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω τα βραχνά βογγητά που ξέφυγαν από το στήθος μου, περίμενα την καινούρια ανάκριση. Πόσες μέρες είχαν περάσει ως τώρα; Αυτό το ποτήρι γάλα… Το παλικάρι έχει δίκιο. Πρέπει να αντέξω. Και βέβαια! Σε αυτήν την πάλη μπορείς να βγεις νικητής. Πρέπει να τα καταφέρεις. Πρέπει να δείξεις πως είσαι πιο δυνατός από τους βασανιστές. Αυτοί είναι εκείνοι που επιδιώκουν την εκμηδένισή σου. Αυτό θα σου έλεγε οποιοσδήποτε σύντροφος από το Κόμμα, αν μπορούσε να σου μιλήσει. Η Μαρία, για άλλους λόγους, θα σου έλεγε το ίδιο. Και η Ντιάνα και η Ροζα. Το να ζήσεις, είναι η νίκη σου. Αν ζήσεις, θα έχει κερδίσει. Μόνο εσύ; Θα έχει νικήσει αυτό που αντιπροσωπεύεις. Πρέπει να παλέψεις ως το τέλος, χωρίς να παραδοθείς. Είναι μια πάλη μέχρι το θάνατο. Εκείνοι σε έχουνε στα χέρια τους, όμως τι καταφέρανε μέχρι τώρα; Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν τους ενδιαφέρει αν πεθάνεις ή αν ζήσεις. Εσένα σε ενδιαφέρει. Από την άλλη μεριά έχεις σκεφτεί την ιστορία που θα υπερασπιστείς. Γιατί δεν τρως; Πρέπει να υπερασπιστείς τον εαυτό σου με κάθε τρόπο. Πρέπει να τραφείς. Πρέπει να νικήσεις. Πρέπει να ζήσεις.

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ενα ακόμη βιβλίο εξίσου συγκλονιστικό με το παραπάνω που αναφέρεται στη δικτατορία της Χιλής είναι του ΡΟΝΤΡΓΚΟ ΡΟΧΑΣ, μέλος του Π.Γ της Κ.Ε του ΚΚ Χιλής τότε και σύμβουλος του Αλλιέντε για ζητήματα προπαγάνδας που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά με τον τίτλο "Ποτέ γονατιστοί" το 1977 από τις εκδόσεις "ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ". Ισως μπορεί να βρεθεί σε παλαιοπωλεία.Ο ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΣ

Ανώνυμος είπε...

Συγκλονιστικό το κείμενο. Το διαβάζει κανείς βέβαια με μια αίσθηση ασφάλειας που δίνει η χρονική απόσταση. Πόσο αληθινή όμως είναι αυτή η αίσθηση; Υπάρχουν σημάδια ότι το μέλλον μας (των νεότερων ή των σχετικά νεότερων) θα είναι δυσκολότερο από το παρελθόν μας. Πόσο πιο δύσκολο όμως; Και κατά πόσο σίγουροι μπορεί να είμαστε για τους εαυτούς μας; Αυτό μόνο ο χρόνος θα το δείξει-ότι και να σκέφτεσαι για το τι θα έκανες εσύ σε ανάλογη περίπτωση είναι άνευ αξίας. Αν δε σου τύχει, ότι και να λες, είναι λόγια του αέρα.

ρα

Ανώνυμος είπε...

Βαλε από την ΚΟΜΕΠ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΙΛΗ ΤΟΥ ΤΡΑΒΑΣΑΡΟΥ

Ανώνυμος είπε...

Για δείτε αυτό εδώ στον 902:

http://www.902.gr/eidisi/topika-nea/46382/ptolemaida-simera-syllalitirio-gia-ti-mikri-dei

Το ερώτημα είναι : Τι κάνουν στη Δυτική Μακεδονία οι δικοί μας; Συμμετέχουν σε συλλαλητήριο που οργάνωσαν «τοπικοί φορείς» υπό την αιγίδα της (απερχόμενης) Περιφέρειας; Και που είναι το ΠΑΜΕ; Γιατί βάλαν μπροστά το Συνδικάτο Εργατοτεχνιτών και Εργαζομένων Ενέργειας Δυτικής Μακεδονίας(ΣΕΕΕΝ) και όχι το ΠΑΜΕ; Πως αλλάζουν την γραμμή για κανενός είδους συνεργασία με δεξιές και οπορτουνιστικές δυνάμεις;

Αμετανόητος

zoot horn rollo είπε...

Μπράβο αμετανόητε τρολλά.

Ανώνυμος είπε...

Πραγματικα συγκλονιστικη περιγραφη. Ο Ρ.Α εχει απολυτο δικιο σε αυτο που λεει. Πρεπει να μας μεινη το διαχρο νικο συμπερασμα οτι ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ θα ειναι παντα εναντιον μας. Ας αφιερωσουμε την αναρτηση σε οσους καλλιεργουνε αυτα πατες και φουμαρα για τα πολιτικα ΜΕΤΩΠΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ