Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Αποτυχία

Στο μεσοδιάστημα της απουσίας μας στη ρώμη, βιώσαμε ατομικά και συλλογικά ως παρέα σπουδαίες στιγμές, αλλά και μια σειρά μικρές παράπλευρες αποτυχίες, εντός ή εκτός εισαγωγικών.

Καταρχάς την αποτυχία να έχουμε μόνιμη και σταθερή πρόσβαση της προκοπής στο διαδίκτυο (ώστε να ανέβει και κάποιο κείμενο στο ενδιάμεσο, για να σπάσει η αποχή). Και κατά συνέπεια την αποτυχία να παρακολουθήσουμε διεξοδικά τις εξελίξεις στην ελλάδα, πέρα από τους τίτλους ειδήσεων και τη γενική ιδέα που μας έδιναν. Προσωπικά πάντως απέτυχα να νιώσω κάποιο έλλειμμα ουσιαστικής ενημέρωσης όλες αυτές τις μέρες ή κάποια νοσταλγία για τα γεγονότα που αφήσαμε πίσω μας να τρέχουν (αλλά να μη μας φτάνουν ποτέ) και την ανάγκη-επιθυμία να ξαναπιάσω το κομμένο νήμα και την επαφή με την επικαιρότητα στην ελλάδα.

Την ημέρα που επιτρέψαμε στην πατρίδα (που παραπέμπει στους πατεράδες μας, αλλά είναι θηλυκού γένους και αναφέρεται συνήθως ως μητέρα πατρίδα, σε ένα εκπληκτικό οικογενειακό μπέρδεμα), μία από τις πρώτες ειδήσεις που άκουσα (πριν κλείσω τη φωνή) ήταν ότι ο πρόεδρος του σχεδόν τελειωμένου πασόκ (βενιτέλος, όπως έγραφε κι ο τίτλος της ελληνοφρένειας) χαρακτήρισε επικίνδυνο νάρκισσο το βαρουφάκη –και είναι όντως ο πλέον ειδικός για να αναγνωρίσει το είδος των ομοίων του, μόνο που στα δικά του χείλη ακούγεται ως ειρωνεία, σα να κοροϊδεύει πχ τον πάγκαλο για τη σιλουέτα του.
Ενώ ο βαρουφάκης απαντούσε στρίβοντας δια του ποιείν στο ερώτημα για το αφορολόγητο όριο, το υποκειμενικό μέτρο του πλούτου και όσους έχουν ελεύθερο χρόνο να γράφουν ποίηση, χωρίς να εξηγήσει ωστόσο, μιας και το έθιξε, ποια ακριβώς τάξη έχει σήμερα κατά τη γνώμη του ποιοτικό, ελεύθερο χρόνο και μάλιστα πληρωμένο και εξασφαλισμένο, για να καταπιαστεί με υψηλές πνευματικές ασχολίες. Αλλά είπαμε πως η πληρωμή αναφέρεται σε κάτι υποκειμενικό, δηλ τον υλικό πλούτο, οπότε θα μπορούσε απλώς να φορολογήσει τους ποιητές ή –ακόμα καλύτερα- τους άνεργους, που έχουνε μια μικρή περιουσία από την άποψη του ελεύθερου χρόνου, ιδίως αν παίρνουν και επίδομα ανεργίας.

Το βασικό θέμα που απασχόλησε ωστόσο τα μμε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την κοινή γνώμη αυτό το διάστημα ήταν η εύρεση του πτώματος του βαγγέλη γιακουμάκη κι η συζήτηση που άνοιξε σχετικά με τις πρακτικές εκφοβισμού και τη δημόσια καθολική καταδίκη τους, που μετατράπηκε γρήγορα σε μόδα –που αποτελεί εγγύηση ότι θα θαφτεί κι εξίσου γρήγορα το όλο θέμα, χωρίς να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με το φαινόμενο, τις πραγματικές του διαστάσεις και τις αιτίες που το γεννάνε. Θυμάμαι σε ένα απ’ τα θερινά αναγνώσματα παραλίας (ένα αστυνομικό του καμιλιέρι, που τα βρήκαμε στην ιταλία σε αρκετά καλύτερες τιμές απ’ ό,τι εδώ) που έλεγε πως ο μοναδικός τρόπος να ξεχαστεί μία υπόθεση δεν ήταν η αποσιώπησή της, αλλά να δοθεί βορά στα αρπακτικά των μμε, να γίνει σκάνδαλο και να παίζει όλη μέρα, ώσπου να μπουχτίσει η κοινή γνώμη και να μη θέλει να ξανακούσει τίποτα γι’ αυτό. Όπως και έγινε.

Κι αυτή είναι μια βασική πτυχή που θέλω να αναδείξω, καθώς δε νομίζω πως θα είχα να προσθέσω εκ των υστέρων κάτι σημαντικό στα κείμενα του οικοδόμου και του 2310 –και μάλιστα για κάτι που παρακολούθησα από την απόσταση του εξωτερικού. Και η ουσία του πράγματος πιάνει πολλές παραμέτρους: το βασικό, πρωτεύοντα εκφοβισμό που ζει ο καθένας μας στον χώρο δουλειάς του, απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και το φόβο της απόλυσης, αφού εμπεδώσει πρώτα, από μικρή ηλικία, την ανοχή σε αυτόν, είτε είναι ο ίδιος το θύμα είτε όχι. Την υποκριτική έκπληξη και καταδίκη μιας παρθένας κοινωνίας που αδιαφορεί συστηματικά για τις αιτίες, αλλά αγανακτεί με τις λογικές συνέπειες και τα αποτελέσματά τους, πέφτοντας από τα σύννεφα. Κι η ευχέρεια των κρατούντων, που έχουν το καρπούζι και το μαχαίρι, να ορίσουν κατά το δοκούν ως εκφοβισμό και εν γένει παραβατική συμπεριφορά, μια πράξη που ξεφεύγει από το πλαίσιο που αποδέχονται και τείνει να το αμφισωητήσει –πχ μια μαθητική κατάληψη που… «εμποδίζει τα παιδιά, που θέλουν να κάνουν μάθημα».

Καμία σοβαρή συζήτηση όμως δεν μπορεί να ανοίξει με τηλεοπτικούς όρους, στη βάση της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης δυστυχίας και της αξιοπρέπειας που θυσιάζεται στο βωμό της τηλεθέασης. Και έτσι επιστρέφουμε στην αλυσίδα με τις μικρές αποτυχίες, που λέγαμε στην αρχή του κειμένου. Προσωπικά έχω αποτύχει να παρακολουθήσω τη δομή και τη ροή εκπομπών προσωποκεντρικών, όπως της νικολούλη, του ζούγκλα (από αυτές ευτυχώς γλιτώσαμε) και τις δίκες του θωμαΐδη, με πολυάνθρωπα πάνελ, αλλά έναν και μόνο βασικό πρωταγωνιστή, τον παρουσιαστή τους, που μιλάει και αυτοπροβάλλεται συνεχώς, όταν δεν κιτρινίζει. Αποτυγχάνω επίσης να καταλάβω και να δικαιολογήσω όσους γνωστούς μου παρακολουθούν συνειδητά (το τηλεοπτικό σίχαμα) νικολούλη, για να κάνουν χαβαλέ με την άπειρη βλακεία που αποπνέει η εκπομπή της. Το θέμα αυτό το έχει σατιρίσει πολύ καλά το δίδυμο ρήγα-αποστόλου, σε ένα επεισόδιο των δύο ξένων και κάπου εκεί εξαντλείται κατά τη γνώμη μου η όποια σατιρική διάθεση για αυτό το τηλεσκουπίδι.

Αυτό που πετυχαίνουν πάντως σε βάθος χρόνουν τα κανάλια (για να μιλήσουμε και για μια «επιτυχία») είναι η καλλιέργεια κακών αισθητικών προτύπων, των πλέον «ταπεινών ενστίκτων» της «σκοτεινής πλευράς» κάθε τηλεθεατή, η οποία επηρεάζει και τον καθένα από εμάς, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Αυτή η αθόρυβη, διαβρωτική δουλειά είναι ίσως πιο φανερή από οπουδήποτε αλλού στο επίπεδο της ιταλικής τηλεόρασης, που είναι σε μεγάλο βαθμό μπερλουσκονικού τύπου –παρά την αποχώρηση (;) του μεγιστάνα από το προσκήνιο.

Στην ελλάδα η prima volta sinistra υποτίθεται πως έχει στα χέρια της το όπλο των αδειών, για να ξεκαθαρίσει το τηλεοπτικό τοπίο, ου μην και να συγκρουστεί με τους καναλάρχες και τα μονοπώλια των μίντια. Θυμάμαι μάλιστα κι ένα κείμενο του πι-πι, στο τσακίρ κέφι για την εκλογική νίκη του σύριζα, όπου ορμήνευε εν είδει πρωθυπουργικού την κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια τέτοια ρήξη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τα επόμενα βήματά της. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ωστόσο πως υπάρχει όντως η πολιτική βούληση για αυτή την κίνηση, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε πως συνεπάγεται μια γενικότερη σύγκρουση και με τη συστηματική από οθόνης καλλιέργεια της αποχαύνωσης, της επιφανειακής ενασχόλησης με κάθε ζήτημα, της πρόταξης του φαίνεσθαι έναντι της ουσίας, κτλ.
Δείτε όμως τι έχει καταγράψει στο ενεργητικό της η κυβέρνηση αυτούς τους δύο μήνες επικοινωνιακής καταιγίδας για τις γραβάτες, τη γλώσσα του σώματος, το αν ήταν χαμογελαστή ή όχι η μέρκελ στη συνάντηση με τον έλληνα ομόλογό της, κτλ, και θα κρίνετε από μόνοι σας αν έχει δείξει τελικά τέτοια πρόθεση.

2 σχόλια:

αναγνώστης είπε...

Μιά χαρά τα λες! Εν τούτοις γιατί δεν προσπαθείς/προσπαθούμε να αναγάγουμε αυτά τα φαινόμενα κατά υλιστικό τρόπο στην πολιτικοοικονομική τους βάση;
Εννοώ ότι αρχή εν προκειμένω είναι οι αναλύσεις του Ντεμπόρ. Δεν παριστάνω τον έξυπνο αλλά εκεί δεν είναι το ζήτημα; Αν δηλαδή και πώς, η "κοινωνία του θεάματος" αποτελεί με σημερινούς όρους το πανίσχυρο ιδεολογικό όπλο της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας.
Θέλει σίγουρα συζήτηση και ανάλυση με τους όρους του σημερινού καπιταλισμού. Εδώ εγείρει ο Ντεμπόρ μιάν απαίτηση που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι να την προσπεράσουμε.
Και, λυπούμαι, αλλά η πρώην Ακαδημία Επιστημών δεν νομίζω ότι μπορεί να μας βοηθήσει. Αν τώρα πούμε ότι αυτά τα λένε αριστεριστές και αναρχικοί και έτσι απαντήθηκαν τα προβλήματα, τότε εντάξει.

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Δεν έχω υπόψη μου πολλά πράγματα για τις αναλύσεις του ντεμπόρ -και δεν μπορώ να πω ότι μου έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον. Αν θες να επισημάνεις κάτι που θα σπάσει τη δική μου προκατάληψη, ευπρόσδεκτο. Αυτό που καταλογίζω στους αναρχικούς και σε άλλα κομμάτια του κινήματος είναι ότι έχουν σημαία τους αυτές τις αναλύσεις, αλλά συνήθως η δράση τους γίνεται κατεξοχήν τους όρους της κοινωνίας του θεάματος, που καταγγέλλουν.

Ηλίθιους-ηλίθιους, ψάξε άλλο μαγαζί να τραγουδάς. Εδώ φινίτο λα μούζικα.