Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι

Το κακό ξεκινάει από τους κοιλαράδες λεγεωνάριους της κακιάς ώρας (σαν τον εκατόνταρχο γιοματάριους, στην ασπίδα της αρβέρνης) που συναντάς έξω από το κολοσσαίο. Και δεν χρειάζεσαι μαγικό ζωμό για να τους φέρεις βόλτα, παρά μόνο μία μονέδα για να ποζάρεις δίπλα τους, αγναντεύοντας στο βάθος την χαμένη αίγλη του ρωμαϊκού στρατού και του κόσμου που υπεράσπιζε. Και ενώ για κάθε παρηκμασμένη ρώμη, ο εχθρός αννίβας και η καταστροφή που την απειλεί (ή η κρίση που την έχει ήδη βρει) έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο, η κυρίαρχη (via di) προπαγάνδα στοχοποιεί με χυδαία ιδεολογήματα το παμε, που κλείνει τα λιμάνια και τις πορείες που μαραζώνουν το εμπορικό κέντρο, οπότε καλείσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας, μετανάστης εξ αφρικής, που πέρασε τις άλπεις ή τη μεσόγειο με βάρκα την ελπίδα, που ήρθε, νίκησε και γενικώς veni, vidi, vici.


Carthago delenda est, όπως θα έλεγε ο κάτωνας, αλλά και οι συγκινητικές αγορεύσεις των συνηγόρων στην περιπέτεια με τις δάφνες του καίσαρα, με αποστομωτικά επιχειρήματα. Εκεί που ο γκοσινί εξηγεί με θαυμαστό τρόπο, βάσει του διαλεκτικού υλισμού, τα πραγματικά κοινωνικά αίτια της ρωμαϊκής παρακμής, όταν οι ρωμαίοι βρήκαν το αντίδοτο στην κραιπάλη και τις παρενέργειες της καθημερινής μέθης: μια κότα αμάδητη, σαπούνι μασσαλίας, μαρμελάδα, πιπέρι, αλάτι, αμελέτητα σύκα, μέλι, σαλάμι, ρόδι, αυγά και πιπεριές. Το μαϊντανό τον κρατάμε για τον μπατεσκύλιους και το στεφάνι που θα αντικαταστήσει το δάφνινο του καίσαρα. Κι αν χρειαστεί, θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας.

Το κακό συνεχίζεται με τις λατινικές επιγραφές, που συναντάς σε κάθε εκκλησία και σου δίνουν την αφορμή να διαπιστώσεις πως τα λιγοστά λατινικά που θυμάσαι είναι μάλλον από τις περιπέτειες του αστερίξ (εγώ τώρα όμως veni, vidi… και τέλος πάντων θα δούμε γιατί δε vici τους γαλάτες, αλλά όπως συνηθίζω να λέω alea jacta est και βρούτε, πρόσεχε επιτέλους, θα σκοτώσεις κανέναν στο τέλος με αυτό το μαχαίρι που παίζεις) παρά απ’ το σχολικό εγχειρίδιο στο αντίστοιχο μάθημα -που σε αντίθεση με το αστερίξ, δεν του ‘κανα αρκετές επαναλήψεις, για να μου μείνουν πολλά πράγματα.

Εν τω μεταξύ σε κάθε εκκλησία και αξιοθέατο, θα βρεις στρατιές μεταναστούληδων με ράβδους-σελφιστήρια (θα δούμε σε άλλη ενότητα τι ακριβώς είναι), που με τις πρώτες ψιχάλες προσαρμόζονται άμεσα στις καταναλωτικές ανάγκες και τα αντικαθιστούν με ομπρέλες για τη βροχή. Οπότε αναρωτιέσαι αν όλα αυτά έχουν καμία σχέση με όσα έχεις ακούσει για την τεχνολογική πρόοδο και το μοντέλο παραγγελίας-παράδοσης just in time. Περίπου όπως σε εκείνη τη βιομηχανία ελαστικών του κνόδαλους στην ασπίδα της αρβέρνης και το προηγμένο σύστημα ενδοεπικοινωνίας με τους πυγμαίους σκλάβους που έτρεχαν να μεταφέρουν το εκάστοτε μήνυμα, αλλά έδιναν εύκολο στόχο στον οβελίξ κι όποιον άλλο ήθελε να κόψει την επαφή ανάμεσα στα διάφορα κέντρα της παραγωγής –αν και σήμερα θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να το κάνει.


Αλλά το κακό ολοκληρώνεται, μόνο όταν έρχεσαι σε επαφή με τις καθημερινές διατροφικές συνήθειες των ιταλών, που έχουν τα ζυμαρικά κυρίως ως ορεκτικά, πρώτο πιάτο δηλ, όπου διαμορφώνουν αντίστοιχα την ποσότητα της μερίδας –όχι πάντα όμως και την τιμή της- ενώ η συνηθισμένη πίτσα τους θυμίζει τσιγαρόχαρτο κι αναγκάζεσαι να τη διπλώσεις για να μοιάζει λίγο με αυτό που καταλαβαίνουμε εμείς ως λεπτή ζύμη –για κανονική δεν το συζητάς καν. Οπότε το μέγεθος είναι κάπως σχετικό, όπως στο αστερίξ λεγεωνάριος, όπου παίρνουν οι νεοσύλλεκτοι τη στολή τους και ο οβελίξ ζητάει μεσαίο μέγεθος και παλεύει να χωρέσει το χαμηλό του στήθος στο θώρακα, που φεύγει σφεντόνα και βρίσκει έναν εκατόνταρχο που ξεσπάει σε κλάματα (έλα, έλα τώρα, θα την ξαναδείς την αγαπημένη σου). Δεν ήταν παρά ένα μικρό κολοσσαιάκι, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ.
Κι όταν καταλαβαίνεις ότι δε βάζουν παντού και πάντα σάλτσα ντομάτας για να μην ανακατευτούν, λέει, τα υλικά και αλλοιωθεί η γεύση, θες να επισκεφτείς λίγο το σεφ, όπως ο αστερίξ λεγεωνάριος μαζί με τον οβελίξ και να του εξηγήσεις την άποψή σου πάνω στο ζήτημα (και παστούλες; θα θέλατε και παστούλες;). Και πως αν δε μένεις ικανοποιημένος απ’ αυτό που ετοιμάζει στο εξής, θα τον επισκέπτεσαι συχνότερα. Αλλά επειδή δε λειτουργεί έτσι το πράγμα, βλέπεις τις μερίδες τους και νιώθεις να φτάνεις στα όριά σου, σαν τους ασθενείς των λουτροπόλεων, που ακολουθούν ειδικό πρόγραμμα, για να αδυνατίσουν: αστερίξ, δε θέλω τη ρόγα του σταφυλιού τους, δεν μπορώ άλλο αστερίξ!

Οπότε πας με τη σύντροφό σου και παραγγέλνεις δυο αγριογούρουνα.
-Και για μένα δυο αγριογούρουνα, την ακούς να λέει, για να χορτάσει ο πεινασμένος μας λαός. Υποσιτίζονται τα παιδιά μας. Κι αυτή είναι η βασική εξήγηση για το πώς παραμένει σχετικά αδύνατος ένας λαός που τρέφεται βασικά με πίτσα και μακαρόνια, σαν ένα κράμα μικελάντζελο (όχι του ζωγράφου, της χελώνας) και καμπαμαρού (δηλ εσύ γνώριζες πως κάποιοι τον λένε καπαμαρού, με πι σκέτο;).
Κι είναι τέτοια η ποικιλία γεύσεων που έχουν σε πίτσα και μακαρονάδα –προσοχή μόνο στο τρίπα, που είναι ο πατσάς και δε θα βρεις κάποιον να στο εξηγήσει εγκαίρως, αν δεν το καταλάβεις μόνος σου) που δεν τους ενδιαφέρει και τόσο να έχουν ποικιλία από άλλα εδέσματα, πλην αυτών. Φεύγοντας από τη ρώμη το καλύτερο φαγητό που ‘χεις δοκιμάσει είναι πίτσα με μακαρόνια, ενώ το χειρότερο μακαρόνια με πίτσα, έτσι για την αλλαγή. Prima volta sinistra. Αλλά αν δεν πας στη φαγουπολαϊκή δημοκρατία του βορρά, για να φας αυθεντικό ιταλικό φαγητό, πχ στην πλατεία ναυαρίνου, σε λογικές τιμές, δεν έχεις ζήσει τίποτα από ιταλία.

Ο χρυσός κανόνας στον οποίο σε οδηγεί η ίδια η ζωή με το πέρασμα κάποιων ημερών είναι πως όσο περισσότερο απομακρύνεσαι από το κέντρο, όπου σε λίγο θα μας ταΐζουν τις ίδιες μας τις σάρκες αλεσμένες (σε μυλόπετρες συστήματος) και θα ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο τρελών τουριστών, τόσο αυξάνεις τις πιθανότητές σου να βρεις φτηνότερα και καλύτερα πιάτα, πχ όπως σε ένα νεπαλέζικο (κατμαντού) στη βιτόριο εμμανουέλε –που είναι κάτι μεταξύ ινδικού και κινέζικου, σαν την αμφισβητούμενη ζώνη με τα οροπέδια- που σπάει λίγο την πρωτοτυπία του ιταλικού μενού. Όλο πίτσα-πίτσα τη βαρέθηκα…
Και όταν δεις και τις τιμές, θες να πεις στο μετανάστη σεφ, "έλα στην αγκαλιά μου!", όπως ο μαζεστίξ στον ελαφρώς μεθυσμένο συνοδό του οβελίξ, μετά από κάποια επίσκεψή τους στον ξιπασμένο πρωτευουσιάνο ομοιοπαθίξ, τον αντιπαθητικό αδερφό της μιμίνας. Και αποφασίζεις να ξανάρθεις, ΣΩΠΟΔΗΠΟΤΕ, γιατί η μισή απόλαυση είναι βασικά στην παραγγελία, μέχρι να βγάλεις συνεννόηση σε μια διεθνή εσπεράντο γλώσσα με στοιχεία αγγλικής, ιταλικής και παντομίμας, περίπου όπως στο οβελίξ και σία: εγώ πληρώσει, εσύ φέρεις μαντζάρε.

Το βασικό συμπέρασμα, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ είναι πως «είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι». Αλλά αυτό είναι υποκειμενικό και πρέπει να το δεις από τη δική τους σκοπιά, που μπορεί να καταλήγει στο ακλόνητο συμπέρασμα ότι «είναι τρελοί αυτοί οι έλληνες». Γιατί κάθονται με τις ώρες στον καφέ, αντί να πιουν ένα στα όρθια και δεν εννοούν να καταλάβουν το ευγενικό υπονοούμενο του σερβιτόρου, όταν μαζεύει τα άδεια φλιτζάνια, για να σηκωθούν να φύγουν. Και στην πατρίδα τους δεν έχουν σε κάθε γωνία μνημεία, αλλά ένα καφέ ή ένα φαγάδικο ή ταχυφαγείο ή μπαράκι ή ένα φούρνο ή ένα προποτζίδικο, σε βαθμό που να απορείς πώς διάολο κρατιούνται όλα αυτά και δεν κλείνουν να ανοίξει τίποτα άλλο πιο χρήσιμο.

Οπότε πώς να μην ονομάσουν μακεδονική τη ρώσικη σαλάτα,  ως σήμα κατατεθέν της ανακατωσούρας (τα εξηγεί σε ένα βιβλίο του κι ο ραφαηλίδης). Εκτός κι αν δημιουργείται έτσι εθνικό ζήτημα γιατί τι ακριβώς εννοούν δηλ με τον όρο μακεδονία χωρίς τη σύνθετη ονομασία; Εξάλλου τα αστικά μμε μας εγκαλούν γιατί καλούμε μαζί με άλλα αδελφά κκ στις διεθνείς συσκέψεις μας και το κκ μακεδονίας. Ναι αλλά αυτό δε λέει κάτι, και εμείς ρωμιοί σου λέει είμαστε, αλλά δεν έχουμε κάποιου είδους αλυτρωτισμό για τη ρώμη και το μεγαλείο της ή για τα ζωτικά «μας» συμφέροντα και την ελληνόφωνη μειονότητα της κατω ιταλίας. Κι ας υπάρχει στη ρώμη η οδός magna grecia, της μεγάλης ελλάδος, που κολλάει γάντι στην περίσταση.


Και όπως λέει εξάλλου ο αστερίξ στους ολυμπιακούς αγώνες, λίγο πριν έρθει η γαλατική αποστολή στην ελλάδα: όμως μα τον τουτάτι, είμαστε ρωμαίοι.

Μα είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι…

12 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μπορεί να το κούρασες λίγο με τη μεταφορά του Αστερίξ, αλλά έχοντας διαβάσει το εν λόγω τεύχος μέσα σε νοσοκομείο μοναχά με λαπά, αυτό το «αστερίξ, δε θέλω τη ρόγα του σταφυλιού τους, δεν μπορώ άλλο αστερίξ!» το καταλαβαίνω απόλυτα!

Ωραίες αναρτήσεις Απολίθωμα, εύγε!

Αλέξανδρος

Ανώνυμος είπε...

Σφυροδρεπανε πολυ ωραιες οι Αναρτησεις σου. Λυσε μου μονο μια απορια γιατι θα τρελαθω.Γιατι ενα Φιλο ΚΚΕ Μπλογκ δεν πρεπει να γραφει για το ποδοσφαιρο υπαρχει καποιο προβλημα καμμια αντιφαση Εγω δεν βλεπω κατι κακο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

Ανώνυμος είπε...

Θα γίνω σπαστικός αλλά νομίζω ότι το ρητό για την Καρχηδόνα το έλεγε ο Κάτων ο Πρεσβύτερος και όχι ο Κικέρων ενώ για τη παρηκμασμένη Ρώμη ίσως για εχθρός "κολλάει" περισσότερο να είναι ο Αττίλας (ή κι ο Γιζέριχος που την κατέλαβε) μιας και ο Αννίβας αντιμετώπισε μια ρωμαλέα Ρώμη και όχι μια παρηκμασμένη.

Κατα τα λοιπά ωραία η ανάρτηση (όπως και όλος ο κύκλος περί την Ρώμη/Ιταλία) κι ας μην είμαι τόσο γνώστης περί του αστερίξ.

ρα

Νίκος Σαραντάκος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Καθόλου σπαστικός ρα. Ασυχώρητη αβλεψία. Σε ευχαριστώ για τη διόρθωση.
Ακόμα πιο ασυγχώρητο όμως είναι ότι ξέχασα το πακατλητικό, όπως μου είπε ο sniper.

Παναγιώτη, δεν έχω την απάντηση που γυρεύεις.

Αλέξανδρε, αν όντως το κούρασα, το έκανα πάντως συνειδητά. Μπορεί να μην απευθύνεται σε ευρύ κοινό αλλά νομίζω πως θα το ευχαριστηθούν πιο πολύ έτσι, αυτοί που ξέρουν.
Όποιος θέλει να μπει στο πνεύμα της ανάρτησης, δεν χρειάζεται να έχει κάνει πάντως διατριβή στις περιπέτειες του αστερίξ. Απλά μια επανάληψη σε τρία τεύχη: την ασπίδα της αρβέρνης, τις δάφνες του καίσαρα και στο αστερίξ λεγεωνάριος.

Νίκος Σαραντάκος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Αναυδος είπε...

Η πληροφορια για τη στάση του Κάτωνα αναφορικά με την τυχή της Καρχηδόνας ερχεται καταρχην από τον Κικέρωνα. Στην πραγματικότητα η φράση αποδίδεται στον Κατωνα από τον Πλουταρχο περίπου 200 χρόνια μετά.
Ποια ακριβως ηταν η φραση παραμενει αγνωστο μεχρι σημερα (όταν ο ΝΣ ανακαλυψε την αληθεια σε απευθειας συνδεση με το πνευμα του Κατωνα υποθετω)

Η δικη μου πηγη
The Authenticity and Form of Cato's Saying "Carthago Delenda Est"Author(s): Charles E. Little. The Classical Journal, Vol. 29, No. 6 (Mar., 1934), pp. 429-435

Νίκος Σαραντάκος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Singularity είπε...

Ούπς, εγώ έλεγα καΠΑμαρού...
Εννοείται ότι μια από τα ίδια στο θέμα φαγητού στη Βόρεια Ιταλία στην περίπτωσή μου. Έφτασα με την προκατάληψη ότι πρόκειται να ζήσω μοναδικές γαστριμαργικές εμπειρίες και δεν μπορούσα να είμαι περισσότερο λάθος. Έφαγα πράσα με κινόα και αντίδια στον φούρνο! Τουλάχιστον δεν τα κάνουν όλα με βραστό νερό που τους δίνει μια ιδιαίτερη γεύση. Αν και η πίτσα με μοτσαρέλα και τομάτα έχει μια λεπτή γεύση, και μη σου πω αέρινη υφή, ώσπου βρίσκεις μπροστά σου ένα coop και αγοράζεις ότι βρεις μπροστά σου. Πάντως σε μια τρατορία κάτω από το Ωδείο της Βενετίας, έφαγα εκπληκτικά ριγγατόνι με σολωμό, ενώ έξω έβρεχε και είχε πλημμύρα που ακόμα το θυμάμαι και λέω χαλάλι η βρωμοκινόα, η σάλτσα φασκόμηλου και όλες οι αραχνοϋφαντες ιταλικές παρωδίες φαγητού.

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Νάντια, στο κλίμα της ανάρτησης, όλα αυτά μου θυμίζουν το γελαστό αγριογούρουνο με σάλτσα μέντας, που δοκίμασε στη βρετανία ο οβελίξ και δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο λόγο είχε το συγκεκριμένο αγριογούρουνο, για να είναι χαμογελαστό.
Για τον καμπαμαρού εγώ λέω απλώς τι άκουγα-ακούω. Δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό και ποιο όχι.

Να σημειώσω επίσης ως παράλειψη στο αρχικό κείμενο, τα πουλιά που πετάνε χαμηλά (οβελίξ) και τη συνεχή σπαστική βροχή τις δύο τελευταίες μέρες, που έδειξαν κάποια όρια της αιώνιας πόλης ως προς τη φιλοξενία της και τη λειτουργικότητά της.
Κι επίσης το "αλκοολίξ" που έχει παρεισφρήσει σε ένα-δύο σημεία της ασπίδας της αρβέρνης (δίπλα στο όνομα "αποστακτηρίξ") πιθανότατα ως κατάλοιπο της παλιάς μετάφρασης

Νίκος Σαραντάκος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ιρένε Μαραντέϊ είπε...

Διαβάζω πως ο κ.Σαραντάκος παντού στο διαδίκτυο γράφει πως οι μεταφραστικές επιλογές μου στον Αστερίξ οφείλονται στην ανάγκη να διαφοροποιηθώ από την προηγούμενη μετάφραση.

"η Ιρένε Μαραντέι που έκανε τη νέα μετάφραση, αισθάνθηκε την ανάγκη (ή ίσως ήταν η πολιτική της έκδοσης) να διαφοροποιήσει τα ευρήματα, οπότε είχαμε το ΠΑΚΑΤΛΗΤΙΚΟ και το ΣΟΠΩΔΗΠΟΤΕ".

Να επισημάνω λοιπόν πως ουδέποτε μου έδωσε ο εκδότης να διαβάσω την παλιά μετάφραση κι ούτε εγώ την αναζήτησα. Γιατί άλλωστε να το κάνω, όταν απ'την πρώτη στιγμή μου είχε πειπως δεν ήταν καλή, πως είχε ένα σωρό λάθη, και γι'αυτό ήθελε να ξαναγίνει εξ αρχής. Μου ζήτησε μόνο να μην αλλάξω τα ονόματα μερικών βασικών ηρώων, μια και έτσι τα είχε συνηθίσει το αναγνωστικό κοινό. Κατά τα άλλα, με άφησε ελεύθερη να κάνω κατά την κρίση μου.