Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Πάντα θα υπάρχουν λόγοι να μην πολεμήσει κανείς

Επειδή οι καιροί είναι πονηροί και κάποια πράγματα παρερμηνεύονται, η σημερινή ανάρτηση είναι ένα απόσπασμα από κάτι που τυχαίνει να διαβάζω αυτόν τον καιρό (ο Φιντέλ μιλάει για τον Τσε) και μου φάνηκε ενδιαφέρον και διαχρονικό -για να μη μείνει κενή η ημέρα, χωρίς κείμενο. Δεν υπάρχουν πονηρές προεκτάσεις για το επίμαχο θέμα της σχέσης με το ΚΚ Κούβας, που ίσως εξεταστεί κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, στην κατάλληλη συγκυρία.

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, λίγους μήνες μετά το θάνατο του Τσε, ο Φιντέλ ανακοινώνει στο λαό της Κούβας την έκδοση του ημερολογίου και των σημειώσεων που κρατούσε ο Τσε στο αντάρτικο της Βολιβίας, ενώ επί της ευκαιρίας βάζει στο στόχαστρο το Μόνχε (τον τότε ΓΓ του ΚΚ Βολιβίας, που πολύ σύντομα διασπάστηκε) και όσους θεωρούσαν τυχοδιωκτική τη δράση και την τακτική του Γκεβάρα. Μιλάμε εξάλλου για μια περίοδο, κατά την οποία το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα αντιμετώπιζε σοβαρά στρατηγικό προβλήματα -που εκδηλώθηκαν την ίδια χρονιά μεταξύ άλλων και με την εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού.

* * *

Μεταξύ αυτών που ίσως ενδιαφέρονται να παραμείνει το ημερολόγιο αδημοσίευτο συγκαταλέγονται κι οι ψευδοεπαναστάτες, οι καιροσκόποι και κάθε είδους απατεώνες. Οι άνθρωποι αυτοί αυτοαποκαλούνται μαρξιστές, κομμουνιστές και δίνουν στον εαυτό τους πολλούς άλλους παρόμοιους τίτλους. Δε δίστασαν, ωστόσο, να αποκαλέσουν τον Τσε έναν τυχοδιώκτη που παρερμηνεύτηκε ή, με έναν πιο ήπιο χαρακτηρισμό, έναν ιδεαλιστή του οποίου ο θάνατος σηματοδοτεί το κύκνειο άσμα του ένοπλου επαναστατικού αγώνα στη Λατινική Αμερική. "Αν ο ίδιος ο Τσε", λένε, "ο μεγαλύτερος εκφραστής των ιδεών αυτών και ένας έμπειρος αντάρτης πολεμιστής, πέθανε στον αντάρτικο αγώνα και το κίνημά του απέτυχε να απελευθερώσει τη Βολιβία, τότε φαίνεται πόσο λάθος έκανε!" Πόσοι από αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους χάρηκαν με το θάνατο του Τσε και δεν ντράπηκαν καθόλου στη σκέψη ότι η στάση και τα επιχειρήματά τους συμπίπτουν απόλυτα με αυτά του ιμπεριαλισμού και των πιο αντιδραστικών ολιγαρχιών!

Έτσι λοιπόν δικαιολογούν τον εαυτό τους. Και έτσι δικαιολογούν και τους ύπουλους ηγέτες τους, οι οποίοι σε μια δεδομένη στιγμή δε δίστασαν να εμπλακούν σε έναν ένοπλο αγώνα, με την πρόθεση -όπως θα αποκαλύπτονταν στη συνέχεια- να καταστρέψουν τα αντάρτικα αποσπάσματα, να βάλουν τροχοπέδη στην επαναστατική αντίδραση και να επιβάλουν τα δικά τους ξεδιάντροπα και γελοία πολιτικά σχέδια, διότι ήταν απολύτως ανίκανοι να ακολουθήσουν οποιαδήποτε άλλη γραμμή. Έτσι δικαιολογούν παραπέρα και αυτούς που δε θέλουν να πολεμήσουν, που δεν πρόκειται ποτέ να πολεμήσουν για το λαό και την ελευθερία του. Έτσι δικαιολογούν, τέλος, αυτούς που έχουν μετατρέψει τις επαναστατικές ιδέες σε μια καρικατούρα και που τις καθιστούν ένα είδος δόγματος-ναρκωτικού για τις μάζες, χωρίς περιεχόμενο και χωρίς κανένα μήνυμα, αυτούς που έχουν μετατρέψει τις οργανώσεις λαϊκού αγώνα σε όργανα συμφιλίωσης με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εκμεταλλευτές, καθώς και αυτούς που συνηγορούν υπέρ πολιτικών που δεν έχουν καμία σχέση με τα γνήσια συμφέροντα των υποδουλωμένων λαών αυτής της ηπείρου.

Ο Τσε αντιμετώπιζε το θάνατό του ως κάτι φυσικό και ενδεχόμενο στην πορεία της διαδικασίας. Κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια, ειδικά στα τελευταία του κείμενα, να τονίσει ότι η πιθανότητα αυτή δε θα ήταν εμπόδιο στην αναπόφευκτη πορεία της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. (...).
Ο Τσε θεωρούσε τον εαυτό του στρατιώτη της επανάστασης και δεν τον απασχολούσε αν θα επιζούσε. Αυτοί που βλέπουν το αποτέλεσμα του αγώνα στη Βολιβία ως ένδειξη της αποτυχίας των ιδεών του, μπορούν με την ίδια υπεραπλούστευση να αρνηθούν την ισχύ των ιδεών και των αγώνων όλων των μεγάλων προδρόμων και στοχαστών της επανάστασης. Στους τελευταίους συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι ιδρυτές του μαρξισμού, που δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν οι ίδιοι τον άθλο και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τους καρπούς των τίμιων προσπαθειών τους.

(...)

Από τος 26 Ιουλίου του 1953 -ημέρα επίθεσης εναντίον του στρατοπέδου Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα- μέχρι και τις 2 Δεκεμβρίου του 1956 -ημέρα προσάραξης του σκάφους Granma- ο επαναστατικός αγώνας της Κούβας έδινε την εντύπωση σε πολλούς ότι δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας, με αντίπαλο μάλιστα έναν μοντέρνο και καλά εξοπλισμένο στρατό. Η δράση μιας χούφτας πολεμιστών αντιμετωπιζόταν σαν μία χίμαιρα ιδεαλιστών και ονειροπόλων, "οι οποίοι απατώνταν οικτρά". Δυστυχώς, τα απαισιόδοξα αυτά προαισθήματα επιβεβαιώθηκαν φαινομενικά, όταν το άπειρο αντάρτικο απόσπασμα ηττήθηκε συντριπτικά και τράπηκε σε ολοκληρωτική φυγή από τους στρατιώτες του Μπατίστα στις 5 Δεκεμβρίου του 1956. Χρειάστηκαν ωστόσο μόλις 25 μήνες, για να αναπτύξουν τη δύναμη και την εμπειρία που ήταν αναγκαίες για την εξολόθρευση του ίδιου στρατού.

Πάντα θα υπάρχει μια πληθώρα δικαιολογιών, για να μην πολεμήσει κανείς, σε κάθε εποχή και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Το να μην πολεμά κανείς, ωστόσο, είναι και ο μοναδικός τρόπος απώλειας της ελευθερίας. Ο Τσε δεν έζησε τόσο όσο και οι ιδέες του, πρόσφερε ωστόσο το αίμα του ως λίπασμα για αυτές. Από την άλλη πλευρά, είναι σίγουρο ότι οι ψευδοεπαναστάτες κριτές του, με όλη την πολιτική τους ανανδρία και την αιώνια έλλειψη δράσης, θα ζήσουν πολύ περισσότερο από την απόδειξη της ίδιας τους της ανοησίας.

2 σχόλια:

jj kal είπε...

Μήπως στο τέλος είναι "από την απόδειξη τη ίδιας τους της ανοησίας"; Ένα "ς" αλλάζει όλο το νόημα...

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Ναι, προφανώς, μου ξέφυγε στη μεταφορά