Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Φεστιβαλικά στιγμιότυπα – το πρώτο ημίχρονο

Η πρώτη μέρα του φεστιβάλ έτυχε να είναι η 11η σεπτέμβρη. Δεν ήταν ακριβώς η μέρα που άλλαξε τον κόσμο (αν και η μέρα εκείνη δε θα αργήσει, κυνηγημένο μου πουλί) αλλά είχε εντυπωσιακή προσέλευση κόσμου για καθημερινή, κι αυτό είναι σίγουρα μια αλλαγή από πέρσι, που είχαμε γίνει μούσκεμα και δικαιώθηκαν οι φόβοι όσων είχαν μείνει σπίτι τους. Γιατί όπως λέει ο θυμόσοφος λαός, δε γίνεται γάμος χωρίς κλάμα, κηδεία χωρίς γέλιο και φεστιβάλ χωρίς ψιχάλα –που έπεσε και προχτές για κάνα πεντάλεπτο, έτσι για να τηρούμε τα πατροπαράδοτα έθιμα. Ενώ ο sniper συμπλήρωσε εξίσου θυμόσοφα: φεστιβάλ χωρίς βροχή = ψάρι χωρίς ποδήλατο.

Κι άμα γεμίζει έτσι από την πρώτη μέρα ο χώρος, τις άλλες δύο –κι ειδικά την τρίτη, που έχει παπακωνσταντίνου και δημουλά- θα γίνει σκοτωμός για μια καρέκλα –ούτε υπουργικές να ‘τανε- και θα χρειαστεί να επαναλάβουμε το θαύμα της κανά –αλλά όχι της μελίνας που τραγουδούσε χτες με την τσαλιγοπούλου, αν και εγώ θα προτιμούσα να ‘χαν έρθει οι κατσιμιχαίοι, να σου πω την αλήθεια.

Αλλά είχε γεμίσει ο χώρος με μποφιλάκια, όπως έλεγαν λίγο υποτιμητικά τους φίλους της μποφίλιου στην παρέα που δεν αντέχει τα έντεχνα, και από κόσμο που είχε έρθει για τους ιμάμ μπαϊλντί. Όπου όλα τα λεφτά είναι η φωνή, μας έλεγε ένας κουτσός σφος, γιατί είναι κι από φωνή φωνάρα και από τα υπόλοιπα. Και τελικά του δώσαμε ψήφο ανοχής και σύντομη περίοδο χάριτος (δέκα λεπτά, σαν τις περιόδους στο μπάσκετ) για να μας το αποδείξει-ουν. Και βγαίνει πρώτα ένας μαυρούλης που λέει τα δικά του, οπότε εμείς τον κοιτάμε περίεργα και λέμε πως όντως είναι πολύ καλός και πρέπει να τον κλείσουμε δεξί μπακ για το φετινό άρη, όπου μπορεί να παίζουμε εσύ κι εγώ σφε αναγνώστη.

Αλλά μην παρεξηγείτε την ελαφριά διάθεση, αφενός γιατί τα εσωτερικά αστεία δε φαίνονται πάντα το ίδιο αστεία έξω από τα συμφραζόμενα κι αφετέρου γιατί το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγεις με τα χρόνια και τα γεράματα που βαφτίζουμε πείρα, είναι πως ο καλύτερος τρόπος για να χαρεί κανείς το φεστιβάλ είναι να συμμετέχει στο στήσιμό του και να καμαρώνει από μέσα του για την πολιτεία που έχτισαν συλλογικά όλοι οι σύντροφοι. Αλλά όταν σε ξεβράζει το οργανωμένο κίνημα και τα ηλικιακά όρια της νεολαίας, ως έννοια –που πόσο να τα τραβήξουμε πια, για να μας χωρέσουνε;- το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα του κόσμου είναι να κάθεσαι μαζί με τους συνομήλικούς σου μετά από λίγη ορθοστασία (οι μικρές λεπτομέρειες που συντελούν στην ανθρώπινη ευτυχία), να απολαμβάνεις σαν το φωτόπουλο (που κά-ά-άθεται…), να παίρνεις πόζα έμπειρου βετεράνου και να σχολιάζεις τα πάντα γύρω σου, σαν τους γερο-παράξενους παππούδες του μάπετ σόου.

Δηλ; Μα σου λέω, τα πάντα.
Τη μεγαλύτερη άπλα που έχουμε φέτος (αλλά περπατάμε και περισσότερο) για να μην μπερδεύονται οι ήχοι από τις σκηνές μεταξύ τους και γκρινιάζουν με το δίκιο τους οι καλλιτέχναι. Την πραγματική τέχνη και τα μυστικά για ζουμερούς λουκουμάδες. Τη σφισσα που σηκώθηκε, το σφο που κάθισε και τον συναγωνιστή που μιλούσε πριν μαζί μας. Τους περαστικούς που παίζουν τζένγκα με τον ξέχειλο κάδο των σκουπιδιών και πάντα ρίχνουν περισσότερα τουβλάκια από αυτό το ένα που τοποθετούνε περήφανα στην κορυφή –αλλά θα συνεχίσουν πάντα να δοκιμάζουν, στοχεύοντας στην έκπληξη και την τελειότητα. Τον μαϊμού τσολιά της ελληνοφρένειας, που κυκλοφορούσε στο φεστιβάλ –πιθανότατα στα πλαίσια κάποιου δρώμενου. Τον σύντροφο στους οδηγητές που μας τρόλαρε με υπονοούμενα: τον έχετε πάρει; -Ναι, τον πήραμε, ευχαριστούμε. –Θέλετε να τον ξαναπάρετε; Τους μπερδεμένους ρεμπετοραπ ήχους των μπαϊλντί και τους στίχους του μέγα (χωρίς νίβο και γκόιν θρου αυτή τη φορά -δόξα την μπελισάμα- που τους την είπε, λέει, κι ο αφάζα). Που τέχνη –η οποία να απευθύνεται στην αισθητική, ως μορφή συνείδησης- οριακά μπορεί και να μην είναι, αλλά στρατευμένη είναι σίγουρα και με το παραπάνω, αν κρίνεις μόνο από τους στίχους.

Και για το φεστιβάλ των ονείρων μας, που για το sniper θα είχε μέταλ σκηνή και κατά πάσα πιθανότητα κλασική μουσική –γιατί ο στόχος είναι να διδασκόμαστε και όχι μόνο να διασκεδάζουμε, όπως δηλ και στις πολιτικές συζητήσεις, άλλο αν καμιά φορά προκύπτουν παρεμπιπτόντως και τα δύο. Ενώ για μένα θα ξεκινούσε με συναυλία και πορεία από το προξενείο ή θα κρατούσε εννιά ημέρες, όπως είχε γίνει δηλ στη δεκαετία με τις βάτες. 80’ς, ξερό ψωμί και ωμό σουβλάκι (όπως και τώρα δηλ , πάνω-κάτω).
Για τις καινούριες εκδόσεις της σύγχρονης εποχής, πχ για το δεκέμβρη του 44’ από το τμήμα ιστορίας. Τον πάγκο του αλφειού απέναντι, που είναι παραδοσιακή παρουσία και σταθερός σύμμαχος, είτε με ααδμ, είτε με λαϊκή συμμαχία –όπως κι ο κάππος δηλ που έχει εκδώσει πολλά βιβλία του από αυτές τις εκδόσεις. Και έναν καλτ πάγκο παραδίπλα με κάτι μίκυ μάους και το βιβλίο του ραμπότα για τον γκάλη μεταξύ (πολλών κι ετερόκλιτων) άλλων.

Τα κόκκινα μπαλόνια «ούτε γουλιά κόκα κόλα», που είναι παντού πλέον. Κι όταν φεύγουν απ’ το χέρι ενός παιδιού είναι τα μόνα που στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και του μελλοντικού κόσμου, που θα σταθεί στο μπόι των ονείρων μας. Αλλά το φεστιβάλ υλοποιεί εδώ και χρόνια το σύνθημα των μπαλονιών και δε φέρνει ποτέ κόκα-κόλα, ενώ φέτος είχε τα αναψυκτικά του βίκου. Και ήταν που λες καιρό πριν, μια νεαρή σφισσα σε μια σύσκεψη με φίλους του κόμματος, που πάνω στην προεκλογική φούρια και το ζήλο της για ένα παράδειγμα με εκλαΐκευση κι ηθικό δίδαγμα, πιάνει ένα μπουκαλάκι νερό κι αρχίζει να εξηγεί πως αυτό το έφτιαξαν με τα χέρια τους οι εργάτες του μπάρμπα βίκου και όχι ο ίδιος ο επιχειρηματίας.
Σαν σ’ αρέσει μπάρμπα βίκο, ξαναέλα πουέρτο ρίκο.

Αλλά πάνω που απολαμβάνεις το ρόλο του συνταξιούχου, έρχεται να σε συνεφέρει έξαφνα από πίσω σου ο καρδιτσιώτης ντι-τζέι, που σου κάνει κεφαλοκλείδωμα και σου λέει να ποζάρεις στο φακό, που κρατά στο άλλο χέρι, για να βγάλετε φωτογραφία και να κερδίσετε στο διαγωνισμό για την καλύτερη «σέλφι» (!;) που γίνεται στη μαθητική σκηνή του φεστιβάλ!

Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου κι οι σφοι δικαιούνται να παλιμπαιδίζουν καμιά φορά –ιδίως στα φεστιβάλ της οργάνωσης- και να απολαύσουν μετά τα πυροτεχνήματα (!;!), που δε μέτρησα αν ήταν σαράντα, ένα για κάθε φεστιβάλ, αλλά το ένα πρέπει να ήταν κάπως τζούφιο –μάλλον το 16ο, που ήταν το λιγότερο μαζικό, λόγω ειδικών συνθηκών. Και αυτό είναι το μόνο είδος πυροτεχνήματος που μπορεί να δει κανείς από τους κομμουνιστές, που –σε αντίθεση με άλλες πολιτικές γκρούπες με ειδίκευση στην καμπανιακή δράση και στα κινηματικά πυροτεχνήματα- φημίζονται για την πολιτική τους συνέπεια.


Μείνετε στις οθόνες σας για το δεύτερο ημίχρονο. Άντε και καλά σαράντα –όχι σαν αυτά του πασόκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: