Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Τα κάλαντα της εξορίας

Ο πυρήνας του σημερινού κειμένου είναι παρμένος από μια ανάρτηση στην ιστοσελίδα ατέχνως, που βρίσκεται σε δοκιμαστικό στάδιο και θα κυκλοφορήσει στο διαδικτακό αέρα μες στον επόμενο μήνα. Τα αποσπάσματα που θα διαβάσετε παρακάτω είναι παρμένα από το βιβλίο του γιώργου φαρσακίδη "πολιτιστικά κι ευτράπελα από τα στρατόπεδα εξορίστων".

Καταρχάς αντιγράφω κι αναδημοσιεύω τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα των εξορίστων του αϊ-στράτη, που δημοσιεύτηκαν στο παράνομο στρατοπεδικό τους περιοδικό (και τα οποία έχουν δημοσιευτεί και εδώ από τον οικοδόμο).

Χριστούγεννα του 1948

Χριστός γεννάται σήμερον εδώ στην εξορία
αλλά με τρόπο ανώμαλο και με ταλαιπωρία
γιατί σαν το έμαθε ο «Βαν Φλιτ» έγινε θηριώδης
κι αφρίζων και μαινόμενος σαν βασιλεύς Ηρώδης
συνέλαβε αυτοστιγμεί χωρίς κανέναν λόγον
τον Ιωσήφ, την Παναγιά, τη φάτνη των αλόγων
και τελικά της γένεσης εφέτος το μυστήριον
συνετελέσθη στου σχολειού μέσα το κρατητήριον!

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ο ορισμός σας
Χριστού την Θείαν γένεση να πω στ’ αρχοντικό σας
Καλήν εσπέραν άρχοντα γέρο Κατσουλιδάκη
που με την άλλη αλεπού, με τον Παπουτσιδάκη
κι οι δυο χριστουγεννιάτικα κι οι δυο πάνω στην ώρα
ήρθατε στους εξόριστους σαν μάγοι με τα δώρα
κι αντί λιβάνου και χρυσού, αντί χαράς κι ελπίδας
φέρατε ως δώρο τη γνωστή περικοπή μερίδας…

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτίση όλη
και τα φτωχά στομάχια μας αγάλλονται επίσης
γιατί ύστερα από βάσανα και πόνους και στερήσεις
θα κάνουμε Χριστούγεννα με μια γενναία μάσα
ογδόντα δράμια χοιρινό μαγειρευτό με πράσα!

Κι εν συνεχεία τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, στο κλίμα των ημερών.

Πρωτοχρονιά 1948

Άγιος Βασίλης έφθασε από την Καισαρεία
να φέρει την πρωτοχρονιά κι εδώ στην εξορία
Ο Άη Βασίλης έφτασε σαν πάντοτε στην ώρα του
και σ’ όλους τους εξόριστους εμοίρασε τα δώρα του.
Στους υπεραισιόδοξους για την χρονιά ετούτη
έφερε μπρίκια του καφέ κι απ’ ένα καφεκούτι
να ψήνουνε συχνά καφέ να ρίχνουν στο φλιτζάνι
και πλήθος αρματαγωγών να βλέπουν στο λιμάνι.
Και στους απαισιόδοξους που εδήλωσαν σαφώς:
Πως ίσως το 62’ θα δούμε κάποιο φως!
Τους έφερε καραμπογιά και μπλακ ένα βαρέλι
Ν’ αλείψουνε τα μούτρα και τ’ άλλα τους τα μέρη.

Σ’ αυτούς που ‘χουν συνήθεια πάντα πρωί και βράδυ
μέσα στους δρόμους του χωριού κι ιδίως στο πηγάδι,
να ενεργούν ανίχνευση ως και κατασκοπεία
στων γυναικών τα θελκτικά τουριστικά τοπία
απ’ ένα τηλεσκόπιο τους έφερε εφέτος
για να μπορούν το έργο τους να εκτελούν ανέτως!
Έτσι σε όλους μοίρασε ο Άγιος τα δώρα του
και πριν να φύγει απ’ το νησί, πίσω ξανά στη χώρα του,
μας είπε συνωμοτικά, μήπως τον δει κανένας,
«Παιδιά του χρόνου λεύτεροι, στα σπίτια του ο καθένας».

Όπως διαβάζουμε στην υποσημείωση του βιβλίου, ο στίχος «ίσως το ’62 θα δούμε κάποιο φως» στάθηκε προφητικός, καθώς μόλις το 1962 πραγματοποιήθηκε η διάλυση του στρατοπέδου.

Συμπληρωματικά προς τα παραπάνω, αντιγράφω μια "αγιοβασιλίτικη" ιστορία από το ίδιο βιβλίο, όπου ο φαρσακίδης αφηγείται μια φάρσα που σκάρωσαν πρωτοχρονιάτικα στο συνεξόριστό τους θεατράνθρωπο, χρήστο δαγκλή.

Ο Αϊ-Βασίλης ο Πρίαπος

Την επόμενη ζαβολιά, τη σκαρώσαμε παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μ’ όλο που ξέραμε ότι ο Χρήστος (σ.σ.: Δαγκλής) δεν πολυσήκωνε «πλάκες».
Τον παρακολουθούσαμε μέσα στ’ αγιάζει, περασμένα μεσάνυχτα, ν’ αποτελειώνει το σκηνικό της πρωτοχρονιάτικής μας επιθεώρησης του 1952. Στο βάθος του σκηνικού είχε ζωγραφίσει έναν τεράστιο, πολύχρωμο κι ολοτσίτσιδο Αϊ-Βασίλη εν είδει τρίτωνα, να καβαλάει τα κύματα.

-Θα πεταχτώ, μας είπε, ως τη σκηνή να βάλω κάτι στο στόμα μου και θα γυρίσω ν’ αποτελειώνω το φόντο.
Ε, πώς να μην έμπαινα στον πειρασμό και να μη συμπλήρωνα την ολόγυμνη φιγούρα του Αϊ-Βασίλη με κείνο, που λόγω στρατοπεδικής αιδούς, είχε παραλείψει να βάλει.
Έτσι επιστρέφοντας, ο Χρήστος είδε κατάπληκτος τον Αϊ-Βασίλη του να έχει αποκτήσει το κατ’ εξοχήν γνώρισμα της ανδρική του υπόστασης και μάλιστα σε διαστάσεις που θα τις ζήλευε κι ο ίδιος ο Πρίαπος.

-Μα τι γίνεται εδώ; Ποιος το ζωγράφισε; Βάζει φωνή και γίνεται έξω φρενών.
Εμείς τσιμουδιά μπροστά σε κείνο το ξέσπασμα. «Μήτε είδαμε, μήτε ακούσαμε τίποτα».
-Γρήγορα τον στρατοπεδάρχη, επιμένει ο Χρήστος κι ανυπομονώντας, κίνησε να τον φέρει ο ίδιος. Ευκαιρία για εμάς να ξεκαρφιτσώσουμε απλά, το αίτιο της τόσης οργής του δασκάλου.
Σε λίγο τον βλέπουμε να επιστρέφει μαζί με έναν αγουροξυπνημένο μπάρμπα-Κανάκη.

-Μα είναι ανεπίτρεπτο, ακούμε να του λέει ο Χρήστος και σηκώνει το χέρι να του δείξει το «ανοσιούργημα».
-Πού είναι, ρωτάει ο μπάρμπα-Κανάκης και στο επίμαχο σημείο μήτε μια γρατζουνιά!
-Μα σας βεβαιώνω, ψελλίζει ο Χρήστος, εδώ ακριβώς, και μάλιστα τεραστίων διαστάσεων.
-Πήγαινε ξεκουράσου παιδί μου, του λέει εκείνος με κατανόηση. Δε φαντάζεσαι τι παιχνίδια σκαρώνει του ανθρώπου η κούραση!
Και φυσικά, μήτε τότε, μήτε κι αργότερα τολμήσαμε να ομολογήσουμε το «έγκλημά» μας στο Δάσκαλο.

Σχετικό με το παραπάνω περιστατικό είναι κι ένα ακόμα ευτράπελο που καταγράφει ο φαρσακίδης στην ιστορία-υποκεφάλαιο με τίτλο "Τσούκας, Φάκας, Κατσαμάκας".

Μετά τη Μακρόνησο, ο Φάκας και η παρέα του, ένα τρίο ομοούσιο και αχώριστο, είχαν τροφοδοτήσει το στρατόπεδο του Αϊ-Στράτη με καινούρια «μαργαριτάρια».
Ο Τσάπας κι ο Κατσαμάκας είχαν διαβάσει σε εφημερίδα κουτσομπολιά για τον «πριαπισμό» του Σοφοκλή Βενιζέλου, που χορεύοντας, όπως έλεγαν, είχε σκανταλίσει τη Φρειδερίκη.

-Ρε Γιώργη, τι είναι αυτός ο πριαπισμός; Ρωτάνε το Φάκα, καθότι τον είχαν αποδεχτεί σα μαρξιστικά διαβασμένο.
Κι ο Φάκας σνομπάροντας την άγνοιά τους:
-Α ρε κακαβάνια, τους λέει, διαβάστε λίγο και μαρξισμό να τα ξέρετε. Α μπρε, ο κομμουνισμός, ο σοσιαλισμός, ο πριαπισμός, όλα δικά μας!

Όλα δικά μας.
Όπως καλό είναι να αποκτήσετε το παραπάνω βιβλίο, που περιέχει πολλά τέτοια περιστατικά σπάνιας και ιδιαίτερης ανθρωπιάς.
Αντί επιλόγου, κλείνω τη σημερινή ανάρτηση με όσα σημειώνει ο συγγραφέας στο προλογικό σημείωμα της έκδοσης.

Παλιά μια κοπέλα είχε δει τα μακρονησιώτικα σχέδιά μου. Ταραγμένη, είχε σωπάσει για λίγο και μετά: "Ξέρεις", μου λέει, "προτού σας γνωρίσω, αν τα έβλεπα θα έλεγα, πως, όποιος τα έζησε, άλλο πια δε θα γελούσε ποτέ του".

Και όμως, είτε η θύμηση ζωντανέψει τα τότε, είτε σε κουβέντα με συντρόφους παλιούς, και τα χειρότερα ακόμα που είχαμε ζήσει θα φαντάξουν δεμένα με το γέλιο, το καλαμπούρι, το πείραγμα.
Το γέλιο στάθηκε ένας πολύτιμος σύντροφος σε δύσκολες ώρες. Θυμάμαι στο Μακρονήσι γελούσαμε συχνά, γελούσαμε πολύ. Με τη λύσσα του αλφαμίτη, με την κούρασή του να μας χτυπάει. Με την τρέλα, τον πόνο, με τις πληγές μας. Με ό,τι σήμερα πια δε θα γελούσες ποτέ.
Με το γέλιο δεμένες κι οι πρώτες απόπειρες για ψυχαγωγία. Τα ανέκδοτα, το αστείο, το πείραγμα, στάθηκαν το ζωογόνο αντίδοτο στις καταλυτικές επιπτώσεις μιας πολύχρονης κράτησης.

Και μπήκα στον πειρασμό, να καταγράψω, ξαναζώντας ότι έχει περισώσει η μνήμη. Και μέσα απ' αυτά και η πληροφόρηση του ανυποψίαστου αναγνώστη, για κάποιες ιδιαιτερότητες της στρατοπεδικής μας ζωής αλλά και τη σφυρηλατημένη, σε ώρες δοκιμασίας, συντροφικότητα.
Διαβάζοντας τούτα τα κείμενα, φίλος μου, γιατρός και ταξίαρχος, μου είχε πει με συγκίνηση:
"Θαύμαζα πάντα την ανιδιοτελή προσφορά σας και σας είχα κατατάξει σ' ένα ξέχωρο είδος ανθρώπων, ρομαντικών και απόμακρων. Τώρα όμως, είναι σαν να σας έζησα και σας έχω νοιώσει τόσο, μα τόσο, κοντινούς και οικείους"!

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Το μέλλον ξεκίνησε

Μικρά προεκλογικά στιγμιότυπα

-Άντε ρε, που ήσουν τόση ώρα κι άργησες;
-Ε να, πετάχτηκα λίγο στην τράπεζα και μετά στο μπουγατσατζίδικο στη γωνία, αλλά είχε πολύ κόσμο.
-Τι, δηλ ξεκίνησε το μπανκ-ραν;
-Όχι, αλλά τους τελείωσε το μπουγατσάν.

Σουρεάλ διάλογοι σε μια χώρα που μαθαίνει να τρέμει ένα πιθανό μπανκ-ραν, για τις καταθέσεις που δεν έχει, και να εκστασιάζεται με το σάντα-ραν (και τους άδειους αγιοβασιλίτικους σάκους), αλλά να διατηρεί την αισιοδοξία της (και το πολιτικό κριτήριο του ραν-ταν-πλαν), για να τα ξεχάσει όλα με ένα μπουγατσάν –ιδίως αν είσαι στη λδ του βορρά.

Χτες η αλέκα πρέπει να ‘ταν από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους στη βουλή –πιο πολύ και από τους συριζαίους, που κατά βάθος ίσως προτιμούσαν να φύγει από το προσκήνιο το επόμενο πακέτο μέτρων που θα απαιτηθεί, προτού αναλάβουν κυβερνητικές ευθύνες. Η βαριεστημένη εικόνα της με την τσάντα πάνω στο έδρανο παρέπεμπε σε μαθητή που περιμένει το τελευταίο κουδούνι της χρονιάς για να βγει τρέχοντας να παίξει μπουγέλο. Τέρμα πια η θανάσιμη ανία με τις κακοστημένες παράτες στο κοινοβούλιο και η αγγαρεία να εκφωνεί λόγους σε ένα σώμα που είναι ζήτημα αν έχει διάθεση (και βασικά το επίπεδο) να την παρακολουθήσει και για ένα τηλεοπτικό κοινό που ψοφά για ατάκες, εξυπνακισμούς και τζέρτζελο, αλλά όχι για σοβαρές αναλύσεις. Και στο πικ απ του μυαλού της (γιατί τα βινύλια προσφέρουν φαντασιακά ακόμα και σήμερα μεγαλύτερη απόλαυση) θα έπαιζαν τραγούδια του γλεντιού και του κεφιού: απαλλάχτηκα από σένα, απαλλάχτηκα...

Η δεύτερη εικόνα της ημέρας, μετά την αλέκα, ήταν το εκατέρωθεν χειροκρότημα στην ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος της ψηφοφορίας. Με τον κυβερνητικό λόχο να χειροκροτά με τη δύναμη της συνήθειας, πιθανότατα ως αποχαιρετιστήριο σόου, και το επιτελείου του επίδοξου νέου λόχου να παραλαμβάνει μαζί με το νέο πόστο και τα ήθη του, σε ένα άτυπο τελετουργικό παράδοσης. Και αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα.
Το πιο ωραίο όμως είναι πως κανείς από τους δύο λόχους δε σταματούσε να χειροκροτά, για να μη φανεί πως υστερεί προεκλογικά σε ζήλο, αισιοδοξία κι ενθουσιασμό, λες και θα τους περίμενε στη γωνία ο αρχηγός να τους ζητήσει το λόγο και να τους τελειώσει. Αλλά αυτά, ως γνωστόν, συνέβαιναν στη σοβιετία, όχι στην καλύτερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ –η οποία ωστόσο για τις ανάγκες του ρόλου και της συγκυρίας, ανθεί στην τελευταία σοβιετική χώρα της ευρώπης, για να μην ξεχνιόμαστε.

Η μπίλια τελικά έκατσε πολύ κάτω από το όριο των 180, χωρίς καν να μας χαρίσει ένα θρίλερ της προκοπής (με διπλούς πράκτορες τύπου χαϊκάλη, αυτομολήσεις, κτλ) ή έστω μια βενιζέλεια, διασταλτική ερμηνεία των κανονισμών και του συντάγματος, να ψηφίσουν πχ κι οι υπάλληλοι της βουλής, μέχρι να βγει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν υπήρχε θεός βέβαια, θα έπρεπε να κάτσει δύο ψήφους παρακάτω, στο 166, για να έχει μεγαλύτερη σημειολογική αξία με την χαροκαμένη εικόνα της κυβέρνησης, που είχε να διαχειριστεί επικοινωνιακά χτες δύο ναυάγια: το δικό της και της ανεκ. Κι όταν έφτασε χτες ο μετρητής του «όχι» στην οθόνη στο 119, αρχίσαμε στην παρέα, με τα χέρια μπροστά σε στάση αναμονής (ωωω...) να ετοιμαζόμαστε για το «όλε» και το εκλογικό πατατάκι. Κι ο 121ος ήταν τελικά ο μουσουλμάνος χατζηοσμάν. Τυχαίο συνέλληνες; Τυχαίο αδέλφια;

Εν τω μεταξύ τα ίδια κανάλια, που αποφεύγουν συστηματικά να ονοματίσουν την εταιρία ανεκ του βαρδινογιάννη, διαμηνύουν σε όλους τους τόνους πως ο λαός δεν ήθελε εκλογές. Το λένε εξάλλου κι οι δημοσκοπήσεις. Αλλά αν παίρναμε τοις μετρητοίς ως δείγμα την τηλεοπτική κοινή γνώμη και τα στερεότυπα που της καλλιεργούν-διαμορφώνουν, τότε ο μέσος έλληνας είναι υπέρ της δημοκρατίας, αλλά κατά της γιορτής της, κατά της χούντας αλλά υπέρ του γύψου και της σταθερότητας, κατά του κράτους αλλά υπέρ του παρακράτους, κοκ.

Και δεν υπάρχουν πολλά πράγματα πιο διασκεδαστικά από την προσπάθειά τους να δείξουν αντίφα φρόνημα και την αυθόρμητη αγανάκτησή τους με τους τσαμπουκάδες των χρυσαυγιτών βουλευτών –ενώ κρατούν παράλληλα τα σεμνότυφα τηλεοπτικά προσχήματα. Η αθλιότητα προς τον κύριο μπούκουρα... Η προσβολή προς τον κύριο μπούκουρα... Η χλέπα κι οι φτ.. εε.. δηλ ο εμπτυσμός προς τον κύριο μπούκουρα, που εμβαπτίστηκε στο δημοκρατικό τόξο. Οι δροσερές ψιχάλες προς τον κύριο μπούκουρα.
Αλλά και τα φοβερά καταληκτικά συμπεράσματα για όλα αυτά: δε μας αγγίζουν, δε μας αφορούν... Σωστά, εμείς απλώς τα δημιουργήσαμε και τα εκθρέψαμε, τίποτα άλλο πέραν αυτού.

Η χώρα πάντως ετοιμάζεται για εκλογές κι ένα πρώτης τάξης ξεπόλιασμα ανάμεσα στα ξέπολα του νεοπαγούς δικομματισμού-διπολισμού, ζώντας ήδη από την πρώτη μέρα με το χρηματιστήριο και την ελεύθερη πτώση του, στιγμές από γκοτζίλα και ίντερβιου. Ενώ οι λέξεις ετοιμάζονται να χάσουν για άλλη μια φορά το νόημά τους και να παραδοθούν στην πολιτικάντικη κακοποίηση και φθορά.
Νέο, παλιό, ελπίδα, ανάπτυξη, απασχόληση, μέλλον...

Τουλάχιστον ο σύριζα μπορεί να κρατήσει αυτούσιο το σύνθημα των τελευταίων εκλογών, για να μην κάψει τώρα κάποια καλή ιδέα. 25 ψηφίζουμε, 26 ξαναφεύγουν.

Και όταν τελειώσει και αυτό, ας είναι καλά η μεγάλη του πασόκ –έστω και του σημιτικού. Το μέλλον ξεκίνησε, όπως είπε χτες και ο αλέξης. Να δεις, τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει...


Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία στο τρόλεϋ

Αναμένοντας το αποτέλεσμα της τρίτης ψηφοφορίας, τις εκλογές, τις συνθήκες να ωριμάσουν και το νέο φωτογραφικό στιγμιότυπο με κάποιο βουλευτή του κόμματος, η κε του μπλοκ έχει την χαρά να δημοσιεύει σήμερα, με βάση αυτό το τελευταίο, μια μικρή παρωδία της μαρίας του 19ου, η οποία δε σατιρίζει προφανώς τη γερασιμίδου, αλλά την έκπληξη κάποιων συννεφόπτωτων για τη λαϊκότητα των βουλευτών του κουκουέ και τις θετικές αντιδράσεις ενός κόσμου (το σ με ζήτα) με διαδικτυακή παιδεία, που μένουν συνήθως επί οθόνης, για να φαίνονται, χωρίς να εκφράζονται πουθενά αλλού.
Καλή ανάγνωση

-.-.-

(με αφορμή την φώτο της Ελένης Γερασιμιδου, στα ΝΕΑ)

Παραμονή Χριστουγέννων, ντάλα μεσημέρι, κόζζμος πολύς και κεφάλια
κατεβασμένα.. Τα τριγωνάκια των παιδιών είχαν βουβαθεί μπροστά σε αυτή
την βαριά ατμόσφαιρα των σκυθρωπών συνανθρώπων μου...

Συγκέντρωνα νοερώς υλικό για το πόστ που θα έσπευδα να κάνω στο προφίλ
μου, αμέσως μόλις επέστρεφα στο σπίτι. (στη βράση κολλάει το σίδερο)
Ξάφνου κι ενώ το βλέμμα μου πλανάται στο ασφυγκτικά γεμάτο τρόλεϋ, ακούγεται
μια φωνή από το πίσω μέρος:

Μαράκι, καλέ εσύ είσαι; Αχ είσαι εδώ ανάμεσά μας κι εσύ! Μα πόση χαρά μου δίνεις που κυκλοφορείς κι εσύ με το τρόλεϋ!
Δεν την γνώριζα την καλή κυρία, μα πάραυτα της χαμογελώ! (χαμογελάστε βρε τις σας κοστίζει;)
Είμαστε φίλες στο fb Μαράκι μου , συνεχίζει, σου κάνω πάντα λάικ!
Όλοι οι συνεπιβάτες μας κοιτούν, και σαν από ένα θαύμα τα προσωπά τους
αλλάζουν έκφραση! Τα τριγωνάκια των παιδιών αρχίζουν να τιτιβίζουν δειλά δειλά!
Μα ναι είναι το Μαράκι, αναφωνεί κι άλλη κυρία!
Μπράβο κορίτσι μου, συνέχισε να γράφεις τα ξέρεις όλα!
Ξέρεις μαθηματικά, γλώσσα, μουσική, τα χώνεις προς πάσα κατεύθυνση, για τους μετανάστες, τους φασίστες, τους ομοφοβικούς, είσαι δυναμική κοπέλα μου σε καμαρώνουμε! Ξέρουμε τι περνάς, με αυτούς που σε πολεμούν, με τα μπλοκ και τα ντιλίτ....
Μία τρίτη κυρία, που καθόταν , σηκώνεται να μου προσφέρει την θέση της!

Πολύ ταπεινά αρνούμαι και τότε ένας κύριος λέει δυνατά:
Μα τι απλός άνθρωπος είσαι! Το είχα καταλάβει, έχεις το ήθος της αριστεράς, είναι
ολοφάνερο! Είμαι σίγουρος πως τρως φακές σαν εμάς, πλένεις τα πιάτα σου μόνη σου.. Πές μας βρε Μαράκι κι ένα από τα αθυρόστομα που λες, βρίσε μας λίγο κατάμουτρα με την ευκαιρία , να το φχαριστηθούμε, μέρα που΄ναι!

Άφησα επιμελώς ατημέλητα να απλωθεί στα μάγουλά μου ένα αμυδρό ροζμπορδοπορτοκαλοκόκκινο χρώμα (δείγμα ταπεινοφροσύνης) και συνέχιζα να χαμογελώ συνεσταλμένα!
Έκανα ένα διάγγελμα , εφ' όλης της ύλης , με αρκετές αυτοαναφορές, ήμουν πολύ συγκινημένη!
Όταν τελείωσα, αυθόρμητα , ένας επιβάτης φώναξε:
Χίλια ΛΑΪΚ να έχεις κοπέλα μου!

Ο οδηγός σταμάτησε το όχημα, ήρθε μου έσφιξε το χέρι και μου ψιθύρισε:
Κάνε με ΑΔΔ....
Ένα δάκρυ κυλούσε στο πρόσωπό του...
Τα τρίγωνα των παιδιών έπαιζαν ουράνια μουσική, κι εγώ σκεφτόμουν πως ο αγώνας τώρα δικαιώνεται..
Κατέβηκα λέγοντας πολύ απλά: Ευχαριστώ, αυτός ο κόζζζμος θ' αλλάξει Κεμάλ!
Υπάρχει ελπίδα!

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Λευκή πόλη -λευκές νύχτες- άσπρες μέρες;

Άρθρο συνεργάτη μας

Βελιγράδι στα σέρβικα, σημαίνει λευκή πόλη. Είναι στην πραγματικότητα η μετάφραση του κέλτικου ονόματος του, Σινγκιντουνουμ. Και έχει πάρει το όνομά του από τη λευκή πέτρα, από την οποία είναι χτισμένο το κάστρο της. Που όπως και ο λευκός πύργος, μόνο λευκά δεν είναι πια. Σκεφτείτε όμως, αντί για Θεσσαλονίκη να την λέγαμε Λευκόπυργο…

Βέβαια, αυτό –αν θέλαμε να ακολουθήσουμε τα πρότυπα του Βελιγραδίου- θα έφερνε μια σειρά ακόμα αλλαγές. Θα έπρεπε, ας πούμε, να τραβάμε τα παιδιά στη γέννα, μήπως και ψηλώσουν, ώστε να φτάσουν το 2,10 που πρέπει να είναι ο μέσος όρος ύψους των Σέρβων (1,92 για τις γυναίκες). Τουλάχιστον έτσι φαίνονταν στα μάτια, ενός ανθρώπου 1,70. No wonder –που λένε και στο χωριό μου- που έχουν τέτοια σχολή στο μπάσκετ, στο βόλεϊ και σε ό, τι βοηθάει το μέγεθος του κορμιού.

Στο σύντομο ταξίδι μου εκεί, κατάλαβα ότι οι όροι σερβόφατσα και μπασκετόφατσα, ταυτίζονται πλήρως αλλά και κάτι ακόμα. Το Βελιγράδι, με τις κέλτικες ρίζες του, έχει μια ομοιότητα με την Ιρλανδία. Εκτός από τις κέλτικες ρίζες.Οπότε δύο ομοιότητες. Ναι, η μια είναι οι κέλτικες ρίζες. Το άλλο είναι ότι ούτε εκεί, υπάρχει ΠΑΜΕ. Και όπου δεν υπάρχει ΠΑΜΕ και ένα λίγο σοβαρότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης, εργατικό κίνημα, δεν υπάρχουν κι άλλα πράγματα. Ωράριο ας πούμε. Τα μαγαζιά ανοιχτά, μέχρι οι καταναλωτές να αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να πέσουν για ύπνο. Τι κι αν το εμπόρευμα, ήταν απλησίαστο ακόμα και για εμάς τους Έλληνες με το ευρώ; Τι κι αν το μέσο σέρβικο εισόδημα, δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ;

Σχεδόν 15 χρόνια μετά τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς, που έπληξαν κυρίως το Βελιγράδι και το Νόβι Σαντ, οι Σέρβοι έχουν διατηρήσει κάποια από τα χτυπημένα τους κτίρια, όπως το Υπουργείο Άμυνας και το κτίριο της Ραδιοτηλεόρασης, για να τα βλέπουν περισσότερο οι επισκέπτες, γιατί οι Σέρβοι πια, ούτε που γυρίζουν το κεφάλι, περνώντας μπροστά από την Kneza Milosa.

Και αφού, οι πληγές επουλώθηκαν σύμφωνα με την κυβέρνησή τους και στα βομβαρδισμένα κτίρια –το Υπουργείο Άμυνας λειτουργεί ακόμα- κυκλοφορούν ΝΑΤΟϊκοί υπάλληλοι, ήρθε η ώρα να κάνουμε το (λευκό) Βελιγράδι, μαύρο πετρόχτιστο, λυδία λίθο για την ιστορική μνήμη. Τα εν λόγω κτίρια εντός ολίγου θα έχουν αντικατασταθεί από ξενοδοχεία. Ξεχάστε ότι είχατε το μεγαλύτερο παρτιζάνικο της Ευρώπης, ξεχάστε τον σοσιαλισμό (εντάξει αυτόν τον ξεχάσανε νωρίς), ξεχάστε τους βομβαρδισμούς. Ήρθε η ώρα να ζήσουμε το όνειρο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Άλλωστε η Λυδία λίθος –αλήθεια τώρα- έχει την ιδιότητα να… ανιχνεύει τον χρυσό! Και πράγματι είναι χρυσάφι για τη σέρβικη και όχι μόνο αστική τάξη, το αναπτυσσόμενο Βελιγράδι, με τις καλές υποδομές, την συγκλονιστική αρχιτεκτονική, τη ρυμοτομία, το μέτωπο στα ποτάμια Σάβα και Δούναβη, τη δυνατότητα για μερική ανοικοδόμηση και τα εργατικά δικαιώματα ανύπαρκτα. Στο Βελιγράδι, κάνει πάρτι και το κεφάλαιο της (εξαρτημένης) Ελλάδας. Όλες οι ελληνικές τράπεζες, έχουν παρουσία στο Βελιγράδι, στεγαζόμενες μάλιστα στα πιο επιβλητικά κτίρια της πρωτεύουσας της Σερβίας.



Κατά τα λοιπά, βέβαια, τα σουβενίρ από τη σοσιαλιστική περίοδο πάνε και έρχονται, ο Τίτο είναι αγαπημένος σε μεγάλο κομμάτι του λαού, στο βαθμό μάλλον που διατήρησε μέχρι και το θάνατό του, τη συνοχή της Γιουγκοσλαβίας και όχι για κάτι πέρα από αυτό. Το μουσείο στο οποίο βρίσκεται ο τάφος του, «το σπίτι των λουλουδιών» είναι αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης και αρκετά αδιάφορο ως προς τα εκθέματά του. Το μόνο που βρήκαν να για να εκθέσουν ήταν τα κοστούμια, τα σκαρπίνια και τον ίδιο, για την αγάπη του στη χλιδή.


Και ανάμεσα στα σουβενίρ του μουσείου και ένα βιβλίο μαγειρικής, με τις συνταγές των αγαπημένων φαγητών του Γιουγκοσλάβου ηγέτη, ο οποίος -παρότι ο τάφος του βρίσκεται στο Βελιγράδι- ήταν συμπατριώτης του Κούκοτς και του Ράντζα, Κροάτης. (Γι αυτό μάλλον πούλησε τον ΔΣΕ, δεν ήταν ορθόδοξος αδερφός.) Άκης Πετρετζίκης και Τίτο σε ένα, για να δέσει ο πολιτικός χυλός και να φάει ο γιουγκοσλάβικος λαός, το «αστικό πατατάκι» -που λέει ο Λαϊκός Στρώμα(ς) και αναπαράγει ο σφυροδρέπανος- του «και διηγώντας τα να κλαις», αλλά τώρα «πάμε ΕΕ».

Το δίχως άλλο, η αμνησία, φαίνεται πως είναι παγκοσμίου κλίμακας μάστιγα. Πως αλλιώς να εξηγήσεις, ότι οι Σέρβοι καίγονται να μπουν στη συμμαχία, της οποίας ο (σοσιαλδημοκρατικός) πυρήνας, τους βομβάρδιζε το 1999; Ότι έχουν τρεις κεντροαριστερούς (του ΝΑΤΟ συνεργάτες και των λαών σφαγείς), πίσω από το πλειοψηφικό εθνικίζον Προοδευτικό Κόμμα και πουθενά τα «κομμουνιστικά» τους κόμματα;

Τα οποία –φτάνοντας σε αυτήν την κουβέντα είναι δύο- με εντελώς μανιχαϊστικούς όρους: Το κακό και το καλό. Το κακό, είναι ένα μόρφωμα που επινόησε το 2010, ο εγγονός του Τίτο, Γιόσιπ Γιόσκα Μπροζ. Δέχεται το απαράδεχτο εκλογικό σύστημα της Σερβίας, στο οποίο χρειάζονται κάποιες χιλιάδες υπογραφές για να κατεβάσεις συνδυασμούς, είναι φιλοευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό. Τιτο-συριζαιϊκο δηλαδή, με τη διαφορά ότι στις τελευταίες εκλογές συγκέντρωσε 0,72% και περίπου 23 χιλιάδες ψήφους, όσες οι μετατοπίσεις ΠΑΣΟΚοστελεχών προς το ΣΥΡΙΖΑ μόνο την τελευταία ώρα.

Από την άλλη, αγνό και… αμόλυντο το Νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας. Μαρξιστικό-Λενινιστικό (και σταλινικό λέει το ίδιο) και απεχθανόμενο τον Τίτο, όπως ο διάολος το λιβάνι. Από το 1990 που υπάρχει, έψαξα αλλά δεν βρήκα εκλογές προεδρικές ή κοινοβουλευτικές που να έχει πάρει μέρος. Μποϊκοτάρει τις εκλογές, λόγω του προαναφερθέντος νόμου με τις υπογραφές, είναι σε γραμμή ΚΚΕ, συμμετέχει σε όλες τις διεθνείς συναντήσεις Κομμουνιστικών και Εργατικών κομμάτων, ενώ η νεολαία του μας τιμά με την παρουσία της στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, ανελλιπώς.

Για το τέλος, κράτησα αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο. Που δεν ήταν άλλο, από τον Τέσλα και το Μουσείο του. Που αν βρεθείτε προς Βελιγράδι μεριά, μην τολμήσετε και δεν πάτε. Και όταν πάτε, μην τολμήσετε και δεν κάνετε την ξενάγηση. Ούτως ή άλλως η τιμή είναι η ίδια, όμως χωρίς την ξεναγό γρανάζι δεν γυρνά και κυριολεκτώ γιατί το μουσείο είναι διαδραστικό.

Ο Τέσλα, που σε γενικές γραμμές, γεννήθηκε στην τότε Αυστροουγγαρία και δεν πάτησε το πόδι του, παρά μόνο μια φορά στο Βελιγράδι, τα μόνα που δεν ανακάλυψε στη ζωή του, ήταν ο τροχός και η φωτιά. Οφείλουμε σε εκείνον το εναλλασσόμενο ρεύμα και κάθε ασύρματη σύνδεση, τις ακτίνες Χ, όμως το έργο ζωής του ήταν «η ελεύθερη ενέργεια» μέσω ηλεκτρομαγνητισμού (χιλιάδες φυσικοί χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο με το πόσο απλοϊκά το γράφω - το ξέρω). Το εν λόγω project δεν προχώρησε, γιατί ο τότε χρηματοδότης του J.P Morgan, σταμάτησε να επενδύει σε εκείνον, γιατί αυτό που είχε ανακαλύψει, δεν αναμενόταν να του φέρει κέρδος. Ίσα-ίσα, μπορεί και να βοηθούσε στην εξαφάνισή του. (Όπως μας είπε και η ξεναγός.)

Ο εξηλεκτρισμός ήταν βασικός στόχος της Οχτωβριανής επανάστασης. Πόσο προωθημένος θα ήταν ο δωρεάν και ασύρματος εξηλεκτρισμός; Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τη Wikipedia, «από το 1936 ως το θάνατό του, το FBIπαρακολουθούσε τις συνομιλίες και τις κινήσεις του Τέσλα, φοβούμενο ότι είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τη σταλινική (sic) Σοβιετική Ένωση». Και έπειτα τον χτύπησε αμάξι, στο δρόμο. Η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά και 7 χρόνια αργότερα, με τον Ναζισμό να προελαύνει στην Ευρώπη, ο Τέσλα βρέθηκε νεκρός στο δωματιό του. Και εν τω μεταξύ, του είχε κλέψει το νόμπελ για την εφεύρεση του ραδιοφώνου ο Μαρκόνι (μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι). Κάτι που τελικώς, αποδείχτηκε βολικό για την ανθρωπότητα, γιατί αν για παράδειγμα, το ραδιόφωνο αποδιδόταν εξ αρχής στον Τέσλα και οι ασύρματοι στα πλοία, απόρροια της ανακάλυψης του πρώτου, πιστώνονταν και αυτοί στον Σερβοκροάτη, τότε οι ασυρματιστές θα έπρεπε αντί για μαρκονιστές να λέγονται τεσλιστές. Διόλου εύηχο.

Η λευκή πόλη, φτιαγμένη για καταναλωτές που δεν μπορούν να καταναλώσουν, προσφέρεται για βόλτες, ιστορικές αναδρομές, ανηφορικές διαδρομές και σε τελευταία ανάλυση σκέψη και προβληματισμό για το πώς σκατά, εκτός από λευκές νύχτες, θα δούμε και άσπρες μέρες. Και βέβαια, αν δεν καταλήξετε σε κάποιο συμπέρασμα, μπορείτε κάλλιστα να το ρίξετε στο ποτό μέχρι τελικής πτώσης, καθώς τα αλκοολούχα προσφέρονται στο ¼ της ελληνικής τιμής.

Ζήτω η επανάσταση και ο αλκοολισμός!

Ρένα Δουρου-τι

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Venceremos

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά (…)
στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ, venceremos, venceremos


Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα
Γιατί η τάξη τους κι η σχέση της απέναντι στα μέσα παραγωγής είναι που καθορίζει την ταυτότητά τους, τη θέση τους στην κοινωνία και τα συμφέροντά τους.

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα
Ούτε και το κεφάλαιο εξάλλου. Για την ακρίβεια το κεφάλαιο δεν έχει καμία πατρίδα, ενώ οι προλετάριοι έχουν πολλές και νιώθουν ως τέτοια κάθε γωνιά της γης. Ακριβώς επειδή νοιάζονται και πονάνε τον τόπο τους (τις καλύβες και τα πεζούλια τους, όπως λέει ο Βελουχιώτης στον ιστορικό του λόγο στη Λαμία), μπορούν να αγαπήσουν τις πατρίδες και τους λαούς όλους του κόσμου. Αλλά η «πατρίδα» και το «έθνος των εργαζομένων» δεν έχει καμία σχέση με το «καπιταλιστικό έθνος», που του πλασάρουν ως πατρίδα. Και ο προλεταριακός διεθνισμός δεν έχει σχέση με τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου ή τη μεγάλη ευρωπαϊκή ιδέα, που του πουλάνε ως ελπίδα. Το κεφάλαιο δεν έχει καμία πατρίδα, για αυτό κι οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον όλεθρο ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα.
Είχαν όμως μητέρα πατρίδα τους (που πιάνει και τα δύο φύλα των γονιών, πάτρια και μήτρια σε έναν όρο) τη Σοβιετική Ένωση, ακριβώς με ταξικό (κι όχι εθνικό) κριτήριο, γιατί μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε ποια πλευρά στεκόταν και ποια συμφέροντα υπηρετούσε –έστω με αδυναμίες και αντιφάσεις. Και δεν υπήρχε πιο δυνατή εικόνα και συμβολισμός για την απώλεια αυτού του… μητεροπατέρα γονιού από την υποστολή της κόκκινης σημαίας στο Κρεμλίνο, τέτοιες μέρες πριν από 23 χρόνια. Δεν υπήρχε συνειδητοποιημένος εργάτης, κομμουνιστής, προοδευτικός άνθρωπος γενικότερα, ακόμα κι αποστάτες του κινήματος –που είναι η πιο άτιμη φάρα, αλλά διατηρούσαν κάποια εξαρτημένα αντανακλαστικά- που να μη δάκρυσε και να μην πικράθηκε από αυτή την εξέλιξη. Κι αντιστρόφως, δεν υπάρχει αστός, αγκωνάρι του συστήματος ή άνθρωποι με εξωνημένες συνειδήσεις, που να μην την πανηγύρισαν. Εξαιρούνται (;) κάποιες πολιτικές δυνάμεις, που στο ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου μιλούσαν για ελπιδοφόρες λαϊκές επαναστάσεις και γνήσια λαϊκά ξεσπάσματα.

Η πραγματικότητα της τελευταίας εικοσαετίας (στη Ρωσία κι όχι μόνο) μιλάει βέβαια από μόνη της. Δραματική πτώση του μέσου προσδόκιμου ζωής στα όρια της γενοκτονίας, θέριεμα της μαφίας, φτώχια, δυστυχία, ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων ακόμα και στις χώρες του δυτικού κόσμου (που απέμεινε χωρίς το «αντίπαλο δέος», ελεύθερος να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο), αποκατάσταση των ναζί, των συνεργατών τους και των επιγόνων τους σε μια σειρά χώρες (κυρίως στις Βαλτικές). Αυτά είναι μόλις μερικές πτυχές από τα κομμάτια που συνθέτουν το ζοφερό τοπίο της αντεπανάστασης.



Αλλά αν κάποιοι αντλούν τις ελπίδες τους από την αντεπανάσταση και την καπιταλιστική παλινόρθωση, για εμάς (κόντρα στο ρεύμα της υποταγής και το τέλος της ιστορίας) ελπίδα είναι η πάλη των λαών, όπως έγραφε το άκρως συγκινητικό πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη της επόμενης μέρας. Γιατί την κόκκινη σημαία της ταξικής πάλης δεν μπόρεσαν, ούτε θα καταφέρουν ποτέ να την υποστείλουν, όπως δε θα μπορέσουν να καταργήσουν με διατάγματα τις κοινωνικές νομοτέλειες. Αυτή είναι η δική μας σημαία και… «καβάτζα». Κι αν τώρα βουλιάζουμε στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μας και των διαλυτικών συνεπειών της, γνωρίζουμε πως η τελική νίκη θα είναι δική μας.

Venceremos, venceremos

Υγ: κείμενο που γράφτηκε για την ιστοσελίδα Ατέχνως, που θα κυκλοφορήσει στο διαδικτυακό αέρα μες στον επόμενο μήνα.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Τα μυστικά του βάλτου

Η ιστορία, ως γνωστόν, έχει την τάση να επαναλαμβάνεται ως φάρσα ή τραγωδία κι ενίοτε ως φαρσοτραγωδία, με έντονη δόση τραγική ειρωνείας. Το 08’ η συγχώνευση μέρα κι ενάντια στο μετωπικό σχήμα της ανταρσυα, και βασικά η παρουσία του σεκ, προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις και τελικά την αποχώρηση του μισού μέρα (εεκ, οκδε σκέτο). Ο σάββας ήταν κομμουνισταράς και δεν παρέδωσε ποτέ σε σεκ, αραν, αρας. Για να ‘ρθει όμως έξι χρόνια μετά και να παραδώσει, κατά τα φαινόμενα σε μια πολύ χειρότερη εκδοχή συμφωνίας, που θα περιλαμβάνει και τον αλαβάνο. Δηλ το μέτωπο αλληλεγγύης κι ανατροπής, δηλ το σχέδιο β’, δηλ την πρωτοβουλία για την αριστερή συμπόρευση, δηλ τον αλέκο, για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Ενώ το σεκ, που ήταν η πέτρα του σκανδάλου και για το οποίο όλοι μας, λίγο-πολύ, έχουμε μια φαιδρή ιστορία πολιτικής γραφικότητας να θυμηθούμε (μπους-μπους-μπους-μπους, σαρόν… μη στύβετε ανθρώπους, στύψτε πορτοκάλια… πασόκ χωρίς αυταπάτες) είναι η μόνη οργάνωση (η ανταρσυα δεν έχει συνιστώσες) μαζί με την οκδε σπάρτακος, που αντιδρά στις φαστ-τρακ διαδικασίες εκλογικής ενοποίησης και φαίνεται να εκπροσωπεί στην παρούσα φάση τη φωνή της λογικής.

Και γιατί λέμε πως επαναλαμβάνεται η ιστορία; Γιατί το 07’ το ναρ, νιώθοντας πως χάνει τους προνομιακούς του συμμάχους στα εαακ (αραν, αρας) που σχημάτισαν με το σεκ την ενάντια, φλέρταρε με μια ευρύτερη εκλογική σύμπραξη. Που ναι μεν δεν ευδοκίμησε τότε (το σεπτέμβρη του 07’), αλλά μπήκε η μαγιά για τις επόμενες εκλογές του 09’, με την ανταρσυα να παρουσιάζεται, όχι ως ένα αποτέλεσμα συμφωνιών κορυφής από χώρους που δε συναντιούνται καν στο κίνημα, αλλά ως ώριμος καρπός του δεκέμβρη και τέκνο της οργής του και της ανάγκης.
Κατ’ αντιστοιχία, κι ακολουθώντας το ίδιο εθιμοτυπικό, ο εκλογικός αρραβώνας με τον αλαβάνο, δεν έκλεισε τελικά στις τελευταίες ευρωεκλογές, που η ανταρσυα κόντεψε να διασπαστεί για το 0,2% που έπιασε ο αλέκος, αλλά μπήκαν οι βάσεις για να κλείσει η συνεργασία μες στο 15’, από τα πάνω, χωρίς την τυπική έστω έγκριση κάποιας συνδιάσκεψης –που στην τελική μπορεί να είναι το τελευταίο αλλά είναι συνάμα κι ενδεικτικό για την ποιότητα και το βάθος αυτών των συμμαχιών.

Τι άλλαξε όμως από την περασμένη άνοιξη; Υπήρχαν προγραμματικές μετατοπίσεις ή διεργασίες που ωρίμασαν; Η μία πλευρά λέει πως ο αλαβάνος συμφώνησε στο ίδιο ακριβώς κείμενο-πλαίσιο, που είχε απορρίψει αρχικά πέρσι –που εμένα μου θυμίζει λίγο ως τακτική το περίφημο «και εις τη λαοκρατίαν πιστεύομεν» του παπανδρέου. Η άλλη υποστηρίζει πως ούτως ή άλλως δεν υπήρχαν τόσο σημαντικές διαφορές, ήδη από πέρσι –θυμίζω την αξεπέραστη καλτ ανακοίνωση της αρας «βρείτε τις διαφορές και κερδίστε μια μετωπική συμπόρευση». Σε κάθε περίπτωση, θα ‘ταν μάλλον ματαιοπονία για έναν αμύητο εξωτερικό παρατηρητή, να προσπαθήσει να ερμηνεύσει σε αμιγώς προγραμματική βάση τις τελευταίες εξελίξεις. Μπορεί κάποτε το ναρ που αγαπήσαμε (επί χαριτάσης) να ξεψείριζε κάθε ντοκουμέντο του κκε, για να δει πόσες φορές και πόσο ρητά αναφέρεται ο στόχος της εξόδου-αποδέσμευσης κι αν αυτή είναι από αντικαπιταλιστική σκοπιά ή όχι, αλλά η σημερινή μετεξέλιξή του φαίνεται τελικά πρόθυμη να συμφωνήσει σε μια... σαφή διατύπωση, που να περιλαμβάνει «έξοδο από την ευρωζώνη – ρήξη κι έξοδο από την εε». Που στην επόμενη διεύρυνση μπορεί να γίνει «από ρήξη έως ενσωμάτωση» για να χωρέσει τον ύστερο μπιτσάκη και τα ύστερα του κόσμου.

Το βασικό σκεπτικό της συνένωσης απορρέει από το αντικειμενικό γεγονός πως η πορεία του σύριζα προς την αυτοδυναμία θα πιέσει ασφυκτικά, στο όριο της εκλογικής επιβίωσης οτιδήποτε κινείται στα αριστερά του –και πρωτίστως την ανταρσυα. Συνεπώς επισπεύδονται κάποιες εκλογικές συγκολλήσεις που κολλούσαν στις λεπτομέρειες για να σώσουν οτιδήποτε αν σώζεται. Αλλά το πιθανότερο σενάριο είναι πως, παρά τις όποιες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν την ανταρσυα κοντά στο 2%, δεν μπορούν να σώσουν πολλά. Κι έτσι απλά θα φορτωθούν τη συμμαχία με έναν πολιτικό αριβίστα, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα και χωρίς να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο που θέλουν να αποφύγουν.

Δεν είναι μόνο πως μετά το δελαστίκ, η ανταρσυα αποκτά ένα δεύτερο τηλεαστέρα, για να λέει τα δικά του δεξιά κηρύγματα για το σχέδιο β’ και το εθνικό νόμισμα που θα επανεκκινήσει την ελληνική οικονομία. Το βασικό πρόβλημα είναι η πολιτική στόχευση του αλαβάνου –που η ανταρσυα είτε την αγνοεί αφελώς, είτε γίνεται συνένοχή της- που χρησιμοποιεί ως όχημα αυτή την εκλογική σύμπραξη, για να αποκτήσει υπόσταση και να ξαναμπεί στο παιχνίδι, με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα: τις αναταράξεις στον κυβερνητικό σύριζα και τον πολιτικό φορέα έκφρασης της δυσαρέσκειας των ψηφοφόρων του κι όσων φύγουν από τα αριστερά του. Η πολιτική εκτίμηση της κομεπ και του κόμματος για τη συγκρότηση ενός νέου οπορτουνιστικού πόλου, που θα κληθεί να καλύψει το κενό που άφησε η ολοκλήρωση της σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης του σύριζα, μπορεί σε κάποιους να έμοιαζε με θεωρία συνωμοσίας, αλλά επιβεβαιώνεται πανηγυρικά από τις εξελίξεις.

Το ερώτημα είναι αν έχει θέση σε αυτή την εκλογική σύμπραξη το εεκ, που θα δώσει μεθαύριο την τελική του απάντηση. Το βασικό αγκάθι φαίνεται να είναι ο αλαβάνος και ο πατριωτικός πολιτικός του λόγος, αλλά αυτό ντύνεται ιδεολογικά προς τα έξω με τη θέση για τις «ενωμένες, σοσιαλιστικές πολιτείες της ευρώπης» -που όσο κι αν προτάσσεται προσχηματικά, είναι εξίσου λάθος να υποβαθμίζεται και να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Παραφράζοντας άλλωστε μια άλλη, παρεμφερή λενινιστική θέση, που κολλάει γάντι με την περίσταση: «οι ενωμένες πολιτείες του εξωκοινοβουλίου είναι είτε απραγματοποίητες είτε αντιδραστικές».

Θέση σε αυτό το μετωπικό εγχείρημα φαίνεται να έχουν και τα μέλη του κορδάτου (σύλλογος μεγάλος, δεν υπάρχει άλλος), ενώ είναι ζήτημα τι θα γίνει με την απεύθυνση στο ικεα και τη μεταξύ τους διαμάχη, που συμπυκνώνεται στο δίπολο φραξιονισμός-οπορτουνισμός. Οι μεν τηρούν δηλ μια τίμια (οπορτουνιστική) στάση, διαχωρίζοντας οριστικά τη θέση τους από τα τεκταινόμενα στο κκε κι αφήνοντας μόνο του το ικεα να φραξιονίζει για να αλλάξει τα πράγματα μες στο κόμμα. Οι δε όμως φραξιονίζουν, γιατί εξακολουθούν να αντλούν την ελπίδα τους από το δυναμικό και τη δυναμική του κόμματος κι όχι από τον οπορτουνιστικό χυλό με τον οποίο συμμαχούν οι πρώτοι.
Κι εμείς, με ποιον είμαστε; (Με κανέναν).

Υπάρχει επίσης μια δευτερεύουσα διαπάλη στο εσωτερικό της αραν, με την κίνηση των χιλίων που (έχει το βασικό της πυρήνα στην πάτρα και γκεστ σταρ το λαπαβίτσα και) δεν αρκείται στα ενωτικά βήματα της ανταρσυα με τον αλαβάνο, γι’ αυτό δηλώνει απευθείας εκλογική στήριξη στο σύριζα. Υπ’ όψιν πως η συγκεκριμένη διαμάχη κι οι πόλοι της δεν μπορούν να αποτυπωθούν σχηματικά έστω με όρους του στιλ «δεξιά κι αριστερή αράν», καθώς το τελευταίο ουσιαστικά δεν υφίσταται. Υπάρχει δηλ μόνο κεντροδεξιά αραν (που ήθελε εξ αρχής τον αλαβάνο) και ακροδεξιά αραν, η οποία ενδίδει στην κρυφή γοητεία της σοσιαλδημοκρατίας.

Κι αν η κίνηση των χιλίων δεν προκαλεί καμία απολύτως έκπληξη με τις επιλογές της, δεν ισχύει το ίδιο και για την κο ανασύνταξη του μπατίκα, που έβαζε εδώ και καιρό το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης, αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί εύκολα πως θα έβλεπε την υλοποίησή του –ή έστω την προσέγγισή του- μέσα από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας του σύριζα. Και θυμάμαι σαν χτες τον πι-πι, σε ένα πηγαδάκι στη βιβλιοπαρουσίαση του μπατίκα να λέει πως ο κώστας, εάν ζούσε σήμερα, μπορεί να πήγαινε με το κκε, που έχει γίνει τελείως αριστερίστικο. Δυστυχώς δεν είχε τότε τη διορατικότητα ο πι-πι για να προβλέψει αυτή τη μετατόπιση προς το σύριζα και προς τις δικές του απόψεις για το ενιαίο-λαϊκό μέτωπο και την κυβέρνησή του, που «χωρίς το σύριζα δε γίνεται και χωρίς το κκε και την ανταρσυα δεν μπορεί να πετύχει»! Ό,τι περίπου έλεγε δηλ για το ζέρβα και για τον άρη ο γουντχάουζ, νομίζω, σχετικά με την επιχείρηση του γοργοποτάμου.


Και μες σε αυτήν την ωραία ατμόσφαιρα, η κινητικότητα στο δάσος και την κινούμενη άμμο του οπορτουνιστικού βάλτου, όπου στοιχειώνει κάθε είδους αυταπάτη, συνεχίζεται αμείωτη, με τα δεδομένα αλλάζουν διαρκώς, από μέρα σε μέρα..

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Αυτές τις άγιες μέρες

Δε θυμάμαι που το είχα διαβάσει (κι αν το αναπαράγω σωστά), αλλά το χειρότερο με αυτές τις γιορτάρες μέρες, που θεωρητικά επιδρούν ευεργετικά στην ψυχολογία μας και μας κάνουν να αισθανόμαστε και να γινόμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι κάποιες φορές τον χρόνο, είναι πως τελικά μοιάζουν αφόρητα με όλες τις υπόλοιπες. Κι επιτείνουν την κυρίαρχη κατάθλιψη, αναδεικνύοντας σε πρώτο πλάνο, όχι βέβαια την αγάπη ή τη φιλανθρωπία, αλλά την αστική υποκρισία.

Γιατί να στολίζουμε στις γιορτές τα σπίτια μας, για να καλύψουμε τη μιζέρια όλης της χρονιάς, αλλά και τους εαυτούς μας, σα να ψάχνουμε άλλοθι για όσα κάνουμε τις καθημερινές σε καθημερινή βάση; Γιατί να δίνουμε ανέξοδες συντροφικές ευχές για αγώνες κι επαναστάσεις, εφόσον δεν κάνουμε όσα περνάνε από το χέρι μας, για να πιάσουν στην πράξη; Και γιατί να φτιάχνουμε μελομακάρονα μόνο αυτές τις (φ)άγιες μέρες, αφού αντικειμενικά είναι φοβερά κι αφήνουν τους κουραμπιέδες να τρώνε τη σκόνη τους;

Υπόψη, παρενθετικά, πως ο ουμανισμός κι η πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο διαφέρουν σε κάτι βασικό από την αστική φιλανθρωπία, που έχει φαινομενικά παραπλήσια σημασία και κίνητρα. Ο φιλάνθρωπος είναι σα να εξαιρεί τον εαυτό του από τους κοινούς θνητούς και το ανθρώπινο είδος που περιβάλλει με στοργή, σα να είναι κάτι έξω απ’ αυτό, ποιοτικά διάφορο και βασικά ανώτερο, που θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να διοχετεύσει κάπου αλλού τη φιλευσπλαχνία και τις ευαισθησίες του και να είναι πχ φιλόζωος. Σαν τις δεσποινίδες της αριστοκρατίας, που –όπως έλεγε στο λόγο του στη λαμία ο άρης βελουχιώτης- δε βλέπουνε γύρω τους τη δυστυχία και την κακομοιριά που βασιλεύει, αλλά συγκινούνται από ένα άρρωστο γατάκι.

Κάθε χρόνο στις γιορτές λοιπόν, το σύστημα φοράει τα καλά του και πλασάρει το παραμύθι της πανανθρώπινης αγάπης, σε μια κοινωνία βαθιά αλλοτριωμένη που μένει γυμνή από συναισθήματα μες στην καπιταλιστική βαρυχειμωνιά και την χαρακτηρίζουν αγεφύρωτες ταξικές αντιθέσεις. Αλλά το κάνει με το αζημίωτο, μετατρέποντας τα χριστούγεννα στην πιο κερδοφόρα μπίζνα του χρόνου, με την αντίστροφη μέτρηση (των τζάμπο) να ξεκινάει τέλη οκτώβρη, που πολύς κόσμος πηγαίνει ακόμα για μπάνια στη θάλασσα. Γι’ αυτό κηρύσσονται ιερά, σαν τον απόλυτο θεό του καπιταλιστικού κέρδους και μπαίνουν υπό την υψηλή προστασία της πολιτείας και των κρατικών μηχανισμών, που δε θα αφήσουν ποτέ κανένα δεκέμβρη να αναβάλει τις εκδηλώσεις τους.

Κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που την έχει γλιτώσει (προσωρινά) το δώρο των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα, για να πέφτει στην αγορά και να ξεγελάει την ύφεσή της. Αν και οσονούπω θα επιστρέψουμε στις ωραίες, ρομαντικές εποχές, που –όπως λέει και ο μπαμπάς σπουργίτης στις χαμηλές πτήσεις του αρκά- έσπαγαν τα παιδιά τον κουμπαρά τους, για να αγοράσουν δώρα κι έδιναν από ένα κομμάτι του στους δικούς τους. Ή θα εφαρμόζουμε εναλλακτικά την τακτική του μπαμπά του μικρού νικόλα (από τους σανπέ-γκοσινί), με την επιστολή του άγιου βασίλη στο μικρό, όπου του εξηγούσε για ποιο λόγο δε θα πάρει αυτήν την χρονιά το δώρο που ζήτησε, καθώς είχε ένα ατύχημα με το έλκηθρο και ήταν πολλά τα έξοδα για τις επιδιορθώσεις, αλλά δεν ήταν δικό του το λάθος, γιατί ο απέναντι οδηγός…

Το σύστημα χρειάζεται όμως χαρούμενους καταναλωτές –κι ας μην έχει μείνει ούτε μπαλωμένη κάλτσα να βάλουν δίπλα στο αριστοκρατικό τους τζάκι, όπου ψήνουν τα κάστανα και το παντεσπάνι. Χαρούμενους, για να δέσουν με το δικό του «ανθρώπινο» και χαρούμενο πρόσωπο. Κι οι χαρούμενοι καταναλωτές έχουν ανάγκη με τη σειρά τους να παλιμπαιδίσουν και να ξεχάσουν τις έγνοιες τους, να πιστέψουν σε κάποιο παραμύθι και το θαύμα των χριστουγέννων. Τα μικρά παιδιά περιμένουν τα δώρα του άι-βασίλη, ενώ τα μεγαλύτερα προσμένουν από τον άγιο με τα δώρα μια άνωθεν (όχι εξ ουρανού με τη θεολογική έννοια, αλλά από τα πάνω, πολιτικά μιλώντας) κυβερνητική λύση, χωρίς να καταλαβαίνουν πως εμείς προοριζόμαστε για να σέρνουμε το έλκηθρο. Και πως τα κερατάκια στην κεφαλή μας δεν είναι τάρανδου, αλλά το αντίτιμο για τις φρούδες ελπίδες και τους σωτήρες που μας (εξ)απάτησαν.

Για ποια μαγεία μιλάμε εξάλλου, όταν ακόμα και τα παραδοσιακά έθιμα καταντάνε μια τυπική συναλλαγή; Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κάλαντα, όπου συχνά οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια, είτε για να μην τους επιτεθεί κάποιος και τα ληστέψει, είτε για να διευθύνουν οι ίδιοι από κοντά τις επισκέψεις και να καρπωθούν τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν. Και η ανταπόκριση του κόσμου βαίνει διαρκώς μειούμενη, χρόνο με τον χρόνο, είτε γιατί καταλαβαίνουν την κοροϊδία, είτε γιατί δεν έχουν να δώσουν τίποτα.
Σε λίγα χρόνια η μόνη αυθεντική παραδοσιακή χριστουγεννιάτικη νότα, θα είναι τα κνίτικα κάλαντα, που μπορεί να έχουν μια δόση προλεκάλτ στοιχείων αλλά αποτελούν την κορύφωση της οικονομικής εξόρμησης και της αδήριτης ανάγκης να καλυφτεί το πλάνο. Και ο μη αστικός μύθος κάνει λόγο για σφους που έχουν κάνει αλλαγή χρόνου στα γραφεία της οργάνωσης, περιμένοντας να μετρήσουν και να κλείσουν τα χρήματα που μάζεψαν.

Έτσι η υποκρισία κι η ποζεριά (δηθενιά) της αστικής κοινωνίας περνάει και στις εορταστικές εκδηλώσεις. Στο διαγωνισμό κακογουστιάς με τα χριστουγεννιάτικα φώτα στα μπαλκόνια, γιατί τα στολίδια δεν έχουν πάντα-απαραίτητα τον καλλωπισμό ως αποτέλεσμα- και το περιβόητο santa run, με τους φευγάτους και τρεχάτους αγιοβασίληδες, που δεν πιάνει μία ωστόσο μπροστά στο ανυπέρβλητο run trotsky run, του σχιζοφρενή δολοφόνου με το καδρόνι. Η αλλαγή χρόνου γίνεται διαγωνισμός συμβατικότητας για τα περισσότερα κλισέ (υγεία πάνω απ’ όλα) και το ρεβεγιόν χρυσή ευκαιρία για επίδειξη (πλούτου, ρούχων, σερβίτσιων, κοκ).

Κι ο λαός, εν μέσω πλήρους απραξίας κι απάθειας (ακόμα και στην αθλητική κίνηση των ημερών), και καταθλιπτικής κοινοβουλευτικής κινητικότητας, προσμένει ίσως κάποιο θάμα, χριστουγεννιάτικο, όπως έλεγε ο βάρναλης για τους «μοιραίους» του. Που κανείς δε θα του το προσφέρει όμως, μασημένη τροφή στο πιάτο, αν δεν το κυνηγήσει μόνος του.


Υστερόγραφο
Κι αφού αναφέραμε το ανυπέρβλητο run trotsky run, να σημειώσουμε πως το μόνο πολιτικό θαύμα των ημερών αφορά την κινητικότητα του εξωκοινοβουλίου και δη των τροτσκιστικών οργανώσεων, με το σεκ να αποτελεί φωτεινό φάρο κοινής λογικής και το εεκ του σάββα, που δεν παρέδωσε ποτέ σε σεκ, αραν, αρας, να είναι, κατά τα φαινόμενα, έτοιμο να παραδώσει τώρα στον αλαβάνο και την ανταρσυα. Και να σκεφτεί κανείς πως ουσιαστικά γιορτάζουμε τα σταλινούγεννα, όπως εξηγεί κι αυτή εδώ η παλιότερη ανάρτηση, που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα από το infowar του άρη χατζηστεφάνου για να κατέβει λίγες ώρες αργότερα, μπλέκοντας στα δίχτυα της λογοκρισίας.

Αλλά για αυτά περισσότερα στο αυριανό σημείωμα, καλώς εχόντων των πραγμάτων.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Ακόμα μια φορά περί μετάβασης

Το τελευταίο φύλλο του πριν περιείχε ένα άρθρο κριτικής στο κόμμα για τη στάση του στο ζήτημα της εκλογής πτδ (ότι δηλ δεν κατεβάζει τον κόσμο στους δρόμους και σε απεργίες (!) τις μέρες των ψηφοφοριών), το οποίο απασχόλησε και κάποια κόκκινα ιστολόγια. Αναφέρω παρεμπιπτόντως –και συμπληρωματικά σε όσα λέει εδώ ο trash- πως τα σωματεία (και βασικά οι οργανώσεις) του χώρου μπορεί να μην κατέβηκαν σε απεργιακή κινητοποίηση, αλλά συμμετείχαν στη χτεσινή συγκέντρωση στο σύνταγμα, στο περιθώριο της δεύτερης ψηφοφορίας, που είχε έντονα αντάριζα χαρακτηριστικά και διεκδικούσε… έλα ντε. Ομολογώ πως αυτό το σημείο δεν το κατάλαβα πολύ καλά. Πιθανότατα κάτι σαν «αστικό πατατάκι» αλλά από φιλολαϊκή σκοπιά, με το λαό στο τιμόνι των εξελίξεων, ξέρω γω. Ένα ακόμα ελπιδοφόρο κίνημα (το κίνημα-πατατάκι), που έρχεται να προστεθεί στο μεγάλο κίνημα της πατάτας κι άλλες αντίστοιχες σύγχρονες μορφές «αγωνιστικής διεκδίκησης».

Η κριτική του συγκεκριμένου άρθρου ωστόσο δεν ήταν η καλύτερη στιγμή του κυριακάτικου φύλλου –πιθανότατα κέρδισε την προσοχή των κόκκινων ιστογράφων, επειδή κυκλοφόρησε και διαδικτυακά την επόμενη μέρα. Στην ίδια σελίδα πάντως, μπορεί να διαβάσει κανείς στο κομμάτι του παναγιώτη μαυροειδή τα εξής:

Το ΚΚΕ σηκώνει τους τόνους απέναντι στο κεφάλαιο και την ΕΕ, αλλά ως εκεί. Στόχος ανατροπής της κανιβαλικής πολιτικής δεν τίθεται επί τάπητος, ούτε υπηρετείται από αντίστοιχη μαχητική ανατρεπτική δράση στο εργατικό κίνημα. Το δίπτυχο της απάντησης είναι τούτο: Από τη μια, ελεγχόμενοι αγώνες χαμηλής έντασης (τελευταία μάλιστα υπό τη σκέπη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ), με αιτήματα «ανακούφισης» ίδια με αυτά του ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, κομματική συσπείρωση, προπαγάνδα και κοινοβουλευτική ενίσχυση, στην προοπτικής της «λαϊκής εξουσίας και οικονομίας». Και από εδώ ως εκεί; Η μόνη απάντηση είναι αυτή που είχε δοθεί στο πρόσφατο συνέδριό του: Χάος και τυχαιότητα, δηλαδή «σε κάποιο παροξυσμό μιας κρίσης ή πολέμου, όλα μπορούν να συμβούν».

Για να πω τη μαύρη αλήθεια μου, δεν έχω καταλάβει τι ακριβώς θεωρείται αγώνας χαμηλής έντασης, αλλά υποθέτω πως στον αντίποδά τους, ως αγώνες υψηλής έντασης (220 βολτ, νιώθω στο κορμί να με χτυπούν), λογίζονται προφανώς οι χτεσινές συγκεντρώσεις –που έχουν τελείως διαφορετικά αιτήματα από του σύριζα και δεν υποτάσσονται στον κυβερνητικό κρετινισμό του- οι πορείες της 6ης δεκέμβρη κι η αναιμική παρουσία του συντονισμού στην τελευταία απεργία, όπου μπορεί να συμπορεύτηκε και πάλι με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της γσεε, αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν κι υπό τη σκέπη της –και αν δεν καταλαβαίνεις πόσο βαθιά διαλεκτική κρύβεται σε αυτή την τακτική σφε αναγνώστη, φταίει το δογματικό μας το μυαλό και τίποτα άλλο.

Ας μείνουμε λίγο παραπάνω όμως σε αυτή την τελευταία φράση: χάος και τυχαιότητα. Κι η αντίθετη γραμμή θα μπορούσε να συνοψιστεί σε εκείνο το στίχο του άσιμου: όλα στο πρόγραμμα, όλα με σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα. Που όπως είδαμε και στην χτεσινή ανάρτηση, έχει πολλά κοινά στοιχεία με την επανάσταση.

Σε κάποιο παλιότερο κείμενό του ο μαυροειδής έγραφε πως το (περιβόητο) μεταβατικό πρόγραμμα παίζει κατά κάποιον τρόπο με την άγνοια κινδύνου του λαού, στον οποίο απευθύνεται. Αυτό βέβαια μπορεί να φαντάζει πολύ καλή τακτική, για να ρίξεις μια άπειρη και συνεσταλμένη κοπέλα που έχεις βάλει στο μάτι, προβάλλοντας το μεταβατικό αίτημα να της δείξεις πχ μια φοβερή συλλογή δίσκων, ενώ ο τελικός σου σκοπός είναι άλλος. Όχι όμως και για να πέσει μια πολύπειρη αστική εξουσία, που κρατάει δεμένο χειροπόδαρα το λαό με χίλια δεσμά και πρωτίστως με την απειλή του φόβου –στον οποίο ακριβώς παραπέμπει η φράση περί άγνοιας κινδύνου, που είδαμε παραπάνω. Λες και μπορούμε να οδηγηθούμε στην επαναστατική μετάβαση ξεγελώντας τους φόβους ενός μαγκωμένου λαού, χωρίς μια συνολική προοπτική που θα τον εμπνέει και θα τον θέσει δυναμικά στο πρσκήνιο.

Το βασικό πρόβλημα των διάφορων μεταβατικών σχεδίων επί χάρτου που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς, είναι πως δε σχεδιάζουν τη συγκέντρωση δυνάμεων για το επαναστατικό άλμα - πέρασμα, αλλά στην πραγματικότητα καταλήγουν να αναιρούν αυτό το τελευταίο και να το υποκαθιστούν με μια σειρά μικρά μεταβατικά βήματα –ή ελαφρά πηδηματάκια, όπως συνηθίζουμε να τα λέμε- που, όταν δεν καταλήγουν στο κενό, απλώς σημαίνουν (την) υποχώρηση από τις απαιτήσεις των καιρών ως προς τις απαντήσεις που δίνουμε. Αντί για μια πολυκύμαντη άνοδο του επαναστατικού κινήματος, γεμάτη ζιγκ-ζαγκ, πισωγυρίσματα και αντιφάσεις, έχουμε μια ευθύγραμμη, εξελικτική πορεία από το μικρότερο στο μεγαλύτερο και από τις μεταρρυθμίσεις στην επανάσταση. Ο πλούτος και η ευελιξία της κίνησης του κοινωνικού προτσές, των μορφών που μπορεί να πάρει το επαναστατικό πέρασμα και των διόδων μέσα από τις οποίες θα εκδηλωθεί, βαφτίζεται χάος και τυχαιότητα. Και επιχειρείται –όχι να προβλεφτεί στα βασικά του χαρακτηριστικά, αλλά- να προεξοφληθεί και να κλειστεί σε ένα προκαθορισμένο καλούπι, αδόκιμο και ρεφορμιστικό, ως το μόνο ικανό τάχα, για την προσέγγιση της επαναστατικής διαδικασίας –που μολαταύτα καθίσταται περιττή.

Το ίδιο πρόβλημα παραμένει σε άλλες προσεγγίσεις, όπως του ρούση στο τελευταίο του βιβλίο, όπου συνδέει τη μετάβαση με τον κυβερνητικό κρίκο, καταλήγοντας να απαντά στο διαχρονικό και επίκαιρο ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που είχε θέσει στην εποχή της η λούξεμπουργκ, ένα αμφίσημο «και τα δύο», με το δεύτερο να παραπέμπεται σε κάποιο απώτερο μέλλον. Αλλά πώς προκύπτει η επαναστατική συνείδηση, εφόσον στην αστική κοινωνία η κυρίαρχη ιδεολογία θα είναι πάντα η ιδεολογία της κυρίαρχης αστικής τάξη; Ο ρούσης δε συνδέει την επαναστατική αλλαγή των συνειδήσεων μόνο με τη ραγδαία μεταβολή τους κατά την επαναστατική περίοδο, οπότε και σπάνε συνήθειες και αποστήματα χρόνων. Αλλά με μια μεταβατική περίοδο και ένα μεταβατικό, κοινωνικό είναι που θα καθορίσει αντίστοιχα και την κοινωνική συνείδηση. Με άλλα λόγια παραδέχεται ανοιχτά σχεδόν την παρεμβολή ενός ενδιάμεσου μεταβατικού σταδίου, καταφέρνοντας τουλάχιστον να είναι πιο συνεπής στη λογική του μεταβατικού προγράμματος (και της κυβέρνησης που θα κληθεί να το εφαρμόσει) από ό,τι άλλες πιο «ριζοσπαστικές» εκδοχές του, που αρνούνται θεωρητικά την ανάγκη διαμεσολάβησης ενός τέτοιου κρίκου.

Σε παλιότερες αναρτήσεις, είχαμε αναφερθεί αναλυτικά και σε άλλες πτυχές σχετικά με τη μετάβαση και τη διαμόρφωση της επαναστατικής συνείδησης: την κατηγορία περί οικονομισμού και προβολής στενά οικονομικών, συνδικαλιστικών αιτημάτων. Την κατηγορία για εμμονή στην ιδεολογική ζύμωση κι υποτίμηση της σημασίας του πολιτικού αγώνα, των ενδιάμεσων πολιτικών στόχων και της ανάγκης να πειστούν οι μάζες από τους την εμπειρία. Δεν κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να επεκταθούμε και εδώ.

Περνάμε λοιπόν στον προγραμματικό λόγο του κουκουέ. Το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου είχε βασικά πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα, που είναι καλύτερο να αναλυθούν ξεχωριστά σε κάποια άλλη ανάρτηση και να μην τα περάσουμε επί τροχάδην. Αναφέρω ενδεικτικά στη δεύτερη κατηγορία κάποιες ασαφείς διατυπώσεις-θέσεις (πχ «μπορεί να προκύψει κυβέρνηση», που μπορεί να σημαίνει «δύναται», αλλά και «ενδέχεται») που προσπαθούσαν μάλλον να συγκεράσει διαφορετικές πολιτικές λογικές. Και στην πρώτη κατηγορία την εμπεριστατωμένη ανάλυση του χαρακτήρα του ααδμ και κάποιων προεπαναστατικών ενδεχόμενων, που θα καλούνταν να αντιμετωπίσει. Το νέο πρόγραμμα του κόμματος δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη ανάλυση, καθώς δίνει βάρος στην περιγραφή της κοινωνίας για την οποία καλούνται να παλέψουν οι κομμουνιστές που οργανώνονται στο κόμμα.

Πώς θα φτάσουμε ως εκεί όμως; Οι επεξεργασίες του κόμματος συνδέουν την επαναστατική κατάσταση αφενός με τον αντικειμενικό παράγοντα –τον οποίο καλείται να αξιοποιήσει, εφόσον είναι σε ετοιμότητα, ο υποκειμενικός- και αφετέρου με την όξυνση των αντιθέσεων του συστήματος και το ενδεχόμενο να οδηγήσουν σε κάποια πολεμική σύγκρουση.
Αν κάποιος διαφωνεί με τα παραπάνω, έρχεται πιθανότατα σε σύγκρουση όχι με «τον ηγετικό πυρήνα του κουκουέ», αλλά με την ιστορική πείρα όλων σχεδόν των επαναστατικών εγχειρημάτων και τα παραδείγματα που μας προσφέρουν για να μελετήσουμε και να βγάλουμε συμπεράσματα. Αν πάλι κάποιος θεωρεί πως πρέπει να σκύψουμε επισταμένα πάνω σε αυτή την πείρα, εξειδικεύοντας τα σχετικά συμπεράσματα και τις επεξεργασίες μας, θα με βρει προσωπικά σύμφωνο.

Η όποια εξειδίκευση δεν μπορεί φυσικά να καταλήγει σε έτοιμες συνταγές για την κουζίνα του μέλλοντος κι εγκεφαλικά επεξεργασμένα σχέδια –που επικαλούνται την τακτική ευελιξία, χωρίς να έχουν καν τη λογική δοκιμής-απόρριψης μέσων και συνθημάτων. Το περιβόητο μεταβατικό πρόγραμμα παραμένει εδώ και μερικά χρόνια ίδιο κι απαράλλαχτο, όπως γεννήθηκε στο μυαλό των επινοητών του.
Αυτή η ανάλυση πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξηγεί πώς θα δυναμώσει αποφασιστικά το εργατικό κίνημα, πώς θα ανέβει σημαντικά η ικανότητά του να διεκδικεί και να αποσπά επιμέρους κατακτήσεις που να ανεβάζουν την αυτοπεποίθησή του και το γενικό αγωνιστικό φρόνημα, πώς θα ανέβει το επίπεδο συνειδητοποίησης της εργατικής τάξης. Στα πλαίσια αυτά, η πρόταση του κουκουέ, όπως την καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον, βάζει τα εξής σημαντικά ζητήματα: πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται, μακριά από τη λογική της ανάθεσης και τις κυβερνητικές αυταπάτες που τάχα θα φέρουν άμεσες λύσεις (το μόνο άμεσο, αλλά και μακροχρόνιο θα είναι η απογοήτευση, απ’ όσους τρέφουν φρούδες ελπίδες). Κι είναι κομβικά ζητήματα, που –αν δεν τα βάζει μόνο αυτό, πάντως- το κόμμα τα θέτει με μεγαλύτερη συνέπεια από οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη.

Υστερόγραφα
-Τα παραπάνω λέγονται χωρίς καμία διάθεση-δόση αυταρέσκειας κι ευλογίας γενιών «μπαρμπαρόσα, νικήσαμε, ζήτω και γεια». Το ζήτημα της σύνδεσης του πολέμου με την επαναστατική κατάσταση είναι κομβικό και δεν έχει εξεταστεί όσο αναλυτικά χρειάζεται. Αλλά δεν είναι δυνατό να στριμωχτεί στα όρια ενός υστερόγραφου.

-Είναι άδικο ωστόσο να μην αναγνωρίσει κανείς τη θαυμαστή ευελιξία του εξωκοινοβουλευτικού χυλού εν όψει των εκλογών, και τις συγκυριακές συμμαχίες που κλείνουν μεδιαδικασίες φαστ-τρακ, χωρίς να περάσουν καν από κάποια συνδιάσκεψη ή κάποια αντίστοιχη διαδικασία. Αλλά και αυτό το θέμα έχει αρκετό ζουμί (και πλάκα), για να το εξαντλήσουμε σε ένα υστερόγραφο.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Η σκέψη σκοτώνει τον έρωτα

Το βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι η έλλειψη ενθουσιασμού από τη ζωή μας. Το δεύτερο βασικό πρόβλημα της εποχής μας είναι τα άθλια υποκατάστατά του, που προσπαθούν τεχνητά και με το ζόρι, σχεδόν ψυχαναγκαστικά να τον επιβάλουν: «περνάμε καλά-ααα»; Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο μέσος άνθρωπος βιώνει συνήθως αυτή την έλλειψη στην καθημερινή του ζωή στη δουλειά και τις διαπροσωπικές του σχέσεις –που συχνά δεν υπάρχουν καν ή μισο-υφίστανται και σε κάθε περίπτωση δεν προκαλούν κανένα ενθουσιασμό. Ο μέσος σύντροφος –που κι αυτός σαν το μέσο άνθρωπο είναι, αλλά με ιδιαιτερότητες, όπως όλοι μας άλλωστε- τη βιώνει εντονότερα στην πολιτική κατάσταση ως στασιμότητα κι απουσία κάποιας προοπτικής. Ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται αυτή την έλλειψη ως απουσία έρωτα από τη ζωή του και με αυτόν προσπαθεί κυρίως να καλύψει ή να ξεγελάσει κάπως το εσωτερικό του κενό. Ο μέσος σύντροφος πάλι τη βιώνει ως απουσία επαναστατικής κατάστασης ή ενδιαφέροντων καιρών που να την προμηνύουν.

Ο έρωτας είναι μια επανάσταση σε προσωπικό επίπεδο, που φέρνει τα πάνω-κάτω στη ζωή μας. Ενώ η επανάσταση αναποδογυρίζει την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, ως έκφραση της ερωτικής διαλεκτικής μας σχέσης με την πραγματικότητα γύρω μας. Αλλάζουμε τη ζωή μας, αλλάζοντας τον κόσμο, όπως έλεγε ένα παλιότερο σύνθημα του φεστιβάλ. Κι έχουμε τη ζωή πολύ (πάρα πολύ) αγαπήσει, για αυτό και είμαστε έτοιμοι να τη θυσιάσουμε (εξ ολοκλήρου ή τα πιο γλυκά της κομμάτια, με καθημερινές, μικρές θυσίες) για την επαναστατική υπόθεση. Που αν την απαρνηθείς, σκοτώνεις τον εαυτό σου και τις ιδέες σου, γλιτώνοντας από τη θυσία μια μίζερη ζωή, ενώ ουσιαστικά είσαι νεκρός μέσα σου.

Γιατί αν έχεις γευτεί μια φορά τη φλόγα της επανάστασης και του έρωτα, δεν μπορείς να υπάρξεις χωρίς αυτήν και τρως τα μούτρα σου ξανά και ξανά μέχρι να τη βρεις –κι ας είναι η φωτιά της να σε κάψει. Ούτως ή άλλως, το καμένο χώμα βγάζει/ έτσι και πέσει μια βροχή/ τα ωραιότερα λουλούδια που ‘χω δει. Στίχοι από «το τικ-τακ του ρολογιού».

Μα ο χρόνος στον έρωτα, όπως και στην επανάσταση, είναι πολύ σχετικός και συμπυκνωμένος, όπου κάθε μέρα μετράει σα μήνας και σε γεμίζει ασύγκριτες εμπειρίες και συναισθήματα. Αλλά φεύγουν πριν το καταλάβεις και το ζήτημα είναι τι αφήνουν πίσω τους, μόλις καταλαγιάσει ο αρχικός ενθουσιασμός κι η πρώτη επαναστατική ζέση· αν είναι κάτι δυνατό, με γερές βάσεις κι εξελίσσεται· κι αν μετά από τον πρώτο καιρό, που νιώθεις να πετάς στα σύννεφα, συνεχίζεις την έφοδο στον ουρανό ή απλώς αεροβατείς και περιμένεις να γκρεμοτσακιστείς στην πρώτη δυσκολία.

Ο ενθουσιασμός από ετυμολογική άποψη σημαίνει να βρίσκουμε το θεό μέσα μας ή μέσα σε κάτι άλλο (και βασικά το πρώτο με αφορμή το δεύτερο που μας το προκαλεί). Κι είναι σίγουρα σπουδαίο βήμα να κατεβάζουμε το θείο, ανώτερο στοιχείο και την τελειότητά του από τους ουρανούς στη γη και να το βρίσκουμε γύρω μας, σε απλά, καθημερινά πρόσωπα κι επίγειες καταστάσεις. Αρκεί να μην είναι τέτοια η προσωπική μας ανάγκη να ζήσουμε κάποια πράγματα, ώστε να τα επινοούμε και να τα ανακαλύπτουμε εκεί που δεν υπάρχουν. Να βλέπουμε δηλ με τα μάτια της ψυχής μας τον απόλυτο έρωτα με το πρώτο σκίρτημα, σε μια επιπόλαια περιπέτεια και την επαναστατική κατάσταση σε ένα αυθόρμητο ξέσπασμα, χωρίς βάθος και προοπτική –γιατί η κίνηση είναι το παν. Από την άλλη είναι εξίσου σημαντικό να μην περιμένουμε ιδανικές καταστάσεις σε καθαρά μορφή και πρίκγιπες πάνω σε άσπρα άλογα, να μάθουμε να αγαπάμε (και να ενθουσιαζόμαστε με) τους ανθρώπους με τις αντιφάσεις τους, να βρίσκουμε σε αυτό που ήδη υπάρχει εικόνες από τα προσεχώς και την κοινωνία του μέλλοντος.

Ο εύκολος κι αβασάνιστος ενθουσιασμός και το κατοπτρικό του αντίθετο της μόνιμης –και σχεδόν από άποψη- απαισιοδοξίας, που βάζει τον πήχη πολύ ψηλά, για να περάσουν όλοι από κάτω και να απογοητευτεί, είναι εξίσου αδιέξοδα με το δίπολο των φτηνών τακτικισμών και της ανέξοδης στρατηγικής επί χάρτου. Κι αποτυπώνουν την ισχυρή τάση-ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα –που είναι και το βασικό όπλο των θρησκειών και της απήχησής τους. Αλλά για να αλλάξουμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει και τους μίζερους ψευτοενθουσιασμούς ή την απαισιοδοξία που μας προσφέρει απλόχερα, πρέπει να πιάσουμε το νήμα στον πραγματικό κόσμο και την κίνησή του –κι όχι στην ενθουσιώδη φαντασία μας. Όχι με υπερβολικό σκεπτικισμό, που μας καταδικάζει σε αιώνια ακινησία, ούτε κατεβάζοντας ρολά στην κριτική μας ικανότητα, γιατί τάχα η σκέψη σκοτώνει τον έρωτα.

Ο αξιόλογος φροϋδομαρξιστής (όσο αντιφατικός κι αν μοιάζει για κάποιους αυτός ο συνδυασμός, του φρόιντ με το μαρξ, της αξίας με το λόγο και όλων αυτών μαζί) έριχ φρομ σημείωνε στην «τέχνη της αγάπης» ότι οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται το συναισθηματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν ως ανάγκη να αγαπηθούν από τους άλλους, ενώ στην πραγματικότητα το ζητούμενο είναι να μάθουν να αγαπούν ανιδιοτελώς και με ουσιαστικό τρόπο οι ίδιοι τους άλλους.
Κατ’ αντιστοιχία, το επαναστατικό πρόβλημα της εποχής μας δε συνίσταται γενικά κι αόριστα στην απουσία επαναστατικής κατάστασης και την κακοτυχία μας να ζούμε σε μη επαναστατικούς καιρούς, αλλά στο τι κάνουμε και πώς να δράσουμε επαναστατικά σε αυτές τις μη επαναστατικές συνθήκες. Η τέχνη της επανάστασης προϋποθέτει να μην απογοητευόμαστε από την αρνητική συγκυρία, να μην παραιτούμαστε –ούτε βέβαια να ονειροπολούμε χαζοχαρούμενα και να φαντασιωνόμαστε παντού μεγάλες νίκες του κινήματος, για να δώσουμε θάρρος στους εαυτούς μας.


Δεν υπάρχουν θαύματα εξ ουρανού, παρά μόνο θαυμάσιοι άνθρωποι που μπορούν να τα πετύχουν. Μόνοι μας θα βρούμε ή θα δημιουργήσουμε τον ενθουσιασμό που λείπει από τη ζωή μας.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ηθικοποίησις των πάντων δια της εργασίας

Την περασμένη βδομάδα συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από το θάνατο του κομμουνιστή ποιητή κώστα βάρναλη. Τιμώντας αναδρομικά την επέτειο, η κε του μπλοκ αντιγράφει το περιεχόμενο ενός από τα άρθρα που είχε γράψει ο βάρναλης για την εφημερίδα ελεύθερος άνθρωπος, στα οποία περιγράφει τις εντυπώσεις του απ' τη σοβιετία, όπου βρέθηκε ως παρατηρητής στο συνέδριο των συγγραφέων της εσσδ. Η επιλογή του έγινε με βάση το θέμα που πραγματεύεται, το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα, και μπορεί να διαβαστεί συνδυαστικά με μια παλιότερη ανάρτηση και τις εντυπώσεις του καζαντζάκη από μια αντίστοιχη επίσκεψή του σε κάποια σοβιετική φυλακή. Κάθε σύγκριση και συνειρμός με τη σημερινή εποχή και τα δικαιώματα των κρατούμενων (που είχαν έρθει στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή την απεργία πείνας του ρωμανού), αλλά και με την εικόνα που διαμορφώνει σχετικά η κυρίαρχη αστική προπαγάνδα (ανελεύθερα καθεστώτα, γκουλάγκ, κτλ) επιβάλλεται.

Για τη συγκεκριμένη σειρά άρθρων, αξίζει να διαβάσει κανείς την εισήγηση της βαγγελιώς πλατανιά, στην έκδοση "φως που πάντα καίει" με τα πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου του κόμματος για τον ποιητή. Μπορείτε επίσης να τα βρείτε συγκεντρωμένα και να τα διαβάσετε στο βιβλίο "τι είδα εις την ρωσσίαν των σοβιέτ" από τις εκδόσεις αρχείο. Καλή ανάγνωση



Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΙΣ

Οι θεολόγοι κι οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι, καθώς και οι παλιοί κριτικοί της τέχνης και της φιλολογίας, ετραγουδήσανε σε πολύ ψηλόν τόνο την… ηθικοπλαστική δύναμη της Πείνας και της Δυστυχίας. Ο δρόμος της αιώνιας μακαριότητας ανοίγεται ανθόσπαρτος κυρίως στους «πεινώντας» και όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες και ποιητές (Δάντης, Μπετόβεν, Δοστογιέφσκης κλπ) δε θα είχανε τόσο ψυχικό και πνευματικό βάθος, αν δεν ήτανε οι κατατρεμένοι, οι αδικημένοι της ζωής.

Η θεωρία αυτή δείχνει ολοφάνερα πόσο η Διανόηση στα ταξικά καθεστώτα είναι δούλη των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, που δίνει «ηθική» δικαίωση στην εκμετάλλευση των μαζών από τους λίγους.

Αν τώρα κανένας πολιτικός, οικονομικός ή εκκλησιαστικός «πρίγκιπας» δε δέχεται για τον εαυτό του να στερηθεί τα υλικά αγαθά και να κερδίσει τα… πνευματικά κι αν η ιστορία «διαψεύδει» τη θεωρία της ηθικότητας και πνευματικότητας της Πείνας, αυτό δεν εμποδίζει τη θεωρία και να υπάρχει και να κάνει τη δουλειά της περίφημα. Αν ο Αισχύλος, ο Βιργίλιος, Ο Ραφαήλος, ο Γκαίτε, ο Βάγνερ ή ο Τολστόης είναι κορυφές της πνευματικής δημιουργίας σ’ όλο τον κόσμο, σ’ αυτό δε φταίει η θεωρία, μα η… «Τύχη».

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ

Οι μπολσεβίκοι όμως στηρίξανε την ηικοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπως έλεγα χτες, στην κατάργηση της κοινωνικής Αδικίας, δηλ της προνομιούχας τάξης των φεουδαρχών και των μεγαλοαστών. Κι είδαμε πόσο εξημέρωσε τον προλεταριακόν άνθρωπο η συνείδηση πως δεν εργάζεται για τον «αφέντη» η συνείδηση, πως όσο βαστάει το καθεστώς του δεν έχει ν’ ανησυχήσει ούτε για το ψωμί του, ούτε για την αρρώστια του, ούτε για τη μόρφωση των παιδιών του, ούτε για τα γερατειά του· η συνείδηση, πως όλες οι στερήσεις που δοκίμασε ως τώρα με τη φλόγα του επαναστατικού ηρωισμού του δε γίνανε για όφελος ολίγων κηφήνων, μα για όφελος δικό του, για όφελος της γενιάς που θα το διαδεχτεί στον αγώνα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, για όφελος όλης της ανθρωπότητας.

Και το γεγονός ότι ο Μπολσεβικισμός είναι ένα καθεστώς ειρήνης και σεβασμού των άλλων εθνοτήτων κι όχι πολέμου και αρπαγής, εξημερώνει περισσότερο τον άνθρωπο, γιατί στρέφει όλη του την ενέργεια στο να καλυτερέψει με τις δικές του ικανότητες τη ζωή του κι όχι να βοηθάει με το αίμα του τους αφέντες του να υποδουλώνουν και να εκμεταλλεύονται και τα προλεταριάτα των «αλλοφύλων», των «εχθρών».

Αυτό δεν είναι λόγος «κενός». Είναι σύνθημα του μπολσεβικισμού. Να τι μας είπε μια μεσόκοπη «ουντάρνικα», κοντή και κοκκινομαντηλούσα, με πρόσωπο γεμάτο πίστη και θέληση και μάτια αστραφτερά, σ’ ένα εργοστάσιο σφαιρικών τριβέων στη Μόσχα:
-Οι μπολσεβίκοι εργάτες δε θέλουμε να περνάμε μονάχα εμείς καλά. Θέλουμε να περνάνε καλά όλοι οι εργάτες του κόσμου

Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Με την εργασία λοιπόν, την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΓΑΣΙΑ κι όχι μονάχα με νομοθετικά μέτρα, η δογματική διδασκαλία και προ παντός όχι με τη θεωρία της… Πείνας, ζήτησε το Σοβιετικό καθεστώς να ηθικοποιήσει και εκείνους από τους πολίτες του, που για τη μιαν ή την άλλην αιτία βγήκαν έξω από το περιθώριο της νέας ζωής: τις «κοινές» γυναίκες, όπως είδαμε χτες, τους εγκληματίες και τους κλέφτες, όπως θα ιδούμε σήμερα.

Ο ΣΩΦΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ

Οι φυλακές της Ρωσίας δεν είναι τόποι τιμωρίας όπου το καθεστώς εκδικείται τους οχτρούς του. Δεν έχουνε καμιάν αναλογία με τις αστικές φυλακές ή με τα φασιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Είναι τόποι ηθικού καθαρμού, όπου οι εγκληματίες μεταμορφώνονται σε «καλούς», ήτοι χρησίμους για το κοινωνικό σύνολο ανθρώπους. Κι αυτό με τη δουλειά και με την ελευθερία. Δηλαδή:

Σε κάθε φυλακή λειτουργεί ένα εργοστάσιο, όπου οι φυλακισμένοι μαθαίνουνε να δουλεύουν. Οι ώρες της δουλειάς τους είναι όπως σε όλα τα εργοστάσια της Ένωσης, ανάλογες με το είδος της δουλειάς και με την ηλικία του εργάτη (7 ώρες για τους μεγάλους, 6-4 για τους μικρούς). Οι μισθοί είναι όπως και οι μισθοί των άλλων εργατών.

Αυτοί οι φυλακισμένοι αυτοδιοικούνται, δηλ κυβερνούνε μονάχοι τους την κοινότητά τους και δικαστήριο από τους ίδιους δικάζει τις περισσότερες παραβάσεις της πειθαρχίας.

Αυτό το σύστημα της αυτοδιοίκησης, μεταθέτει στους ίδιους τους εγκληματίες την ευθύνη και την πρωτοβουλία στο να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι. Κι απόδειξη πως 200 χιλ. απ’ αυτούς δουλέψανε θεληματικά στο άνοιγμα του καναλιού της Λευκής Θάλασσας με τέτοια ηρωική ένταση, που τελειώσανε το τεράστιο έργο σε χρόνο λιγότερο απ’ ό,τι είχε υπολογιστεί. Είναι φυσικό, πως στους περισσότερους απ’ αυτούς ελαττώθηκαν ή χαρίστηκαν οι «ποινές» και πως σε πολλούς δοθήκανε και τα παράσημα των «εργατών εφόδου».

Η «ΚΟΜΜΟΥΝΑ» ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΚΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΚΕΠΕΟΥ

Ότι όμως και μετά τη λήξη της ποινής τους οι αναγεννημένοι ηθικοί εγκληματίες προτιμούν να μένουνε στο σωστό δρόμο, που συνηθίσανε, παρά να ξαναπαίρνουν το ν κακό, που αφήσανε, αποδείχνεται από την «κομμούνα» του Μπόλσεβο.

Η «κομμούνα» αυτή είναι μια ιδιόρρυθμη κοινότητα παλαιών ληστών, που κυβερνιέται μοναχή της, δηλ από τη συνέλευση των μελών της, που αυτή εκλέγει και τα διοικητικά της όργανα. Είναι καμιά 40ριά χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα.

Ήτανε λιόλουστη μέρα του Αυγούστου, όταν μας πήρανε από το ξενοδοχείο «Μετροπόλ» όλους τους καλεσμένους του Συνεδρίου ξένους συγγραφείς και μας πήγανε να μας δείξουν το μοναδικό τούτο κατόρθωμα του σοσιαλιστικού πολιτισμού.

Το χωριό είναι ολοκαίνουργο. Άρχισε να χτίζεται στο 1924 από την… τρομερή Γκεπεού. Πολυκατοικίες τετράπατες, δρόμοι φαρδιοί, δεντροφυτεμένοι, πάρκα με πανύψηλα κατάσκια δέντρα. Μια λιμνούλα με αναβρυτήρια. Κιόσκια και πάγκοι παντού. Όταν μπαίναμε στο χωριό, οι γυναίκες με τα ποδήματα σκουπίζανε τους δρόμους.

Βιβλιοθήκη, νοσοκομείο, κομπινάτ σχολείων, θέατρο, κινηματογράφος, λέσχη, μόνιμη έκθεση ζωγραφικής, μεγάλο κοινό εστιατόριο, τερέν για τένις, κτλ, κτλ. Θα έλεγες πως βρίσκεσαι σε μια πανεπιστημιακή πόλη, παρά σε μια κομμούνα παλαιών κλεφτών.

ΟΙ «ΚΟΜΜΟΥΝΑΡΟΙ»

Μας υποδέχεται ο πρόεδρος της κομμούνας, ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος με μούσι και κασκέτο. Είναι ο μόνος αντιπρόσωπος της Κυβέρνησης εδώ. Καθόμαστε γύρω-γύρω στους πάγκους ενός πάρκου κ αρχίζει να μας εξηγεί:

-Οι πρώτοι κάτοικοι της κομμούνας ήσαν 18. Τώρα είναι πάνου-κάτου 3.100. Δεχόμαστε μονάχα παλιούς κλέφτες, όχι άλλου είδους εγκληματίες. Και ή έρχονται μοναχοί τους εδώ και ζητάνε να μπούνε στην Κομμούνα ή πάει μια δική μας επιτροπή στις φυλακές και τους διαλέγει. Ηλικία όχι μεγαλύτερη των 24 και μικρότερη των 17 χρονώ.
Τα νέα όμως μέλη που δέχεται η διοικητική επιτροπή της κομμούνας πρέπει να εγκριθούν και από τη συνέλευσή της.
Όλοι οι κομμουνάροι είναι λεύτεροι. Κανένας δεν τους φυλάγει. Είναι στο χέρι τους να μείνουν ή να φύγουν, αν εύρουν αλλού καλύτερη δουλειά.
Όσοι πηγαίνουν στη Μόσχα για υποθέσεις, είναι υποχρεωμένοι να γυρίσουν στο χωριό πριν τις 11 μμ. Αλλιώς δεν τους αφήνουν να ξαναπάνε. Το πιοτό απαγορεύεται απόλυτα. Όποιος πίνει, έχει πρόστιμο κι όποιος κλέβει φυλακή. Άμα κανείς παραβαίνει συστηματικά τους νόμους, διώχνεται οριστικά από την κομμούνα.
Όσοι μείνουν επί τρία χρόνια και δείξουν καλή διαγωγή, αυτοί προτείνονται από τη διοικητική επιτροπή στο κράτος για να τους δώσει τ’ αστικά τους δικαιώματα.

-Και δεν παντρεύονται οι κομμουνάροι;
-Πώς; Μα οι γυναίκες εδώ είναι πολύ λίγες. Έτσι δεν έχουμε περισσότερες από 100 οικογένειες. Για να παντρευτεί κανείς πρέπει να ζητήσει την άδεια της κομμούνας. Αυτή θα εξετάσει αν έχει τα «προσόντα» για παντρειά: αν είναι εργατικός, ηθικός και έχει και οικονομίες. Μπορεί όμως να παντρευτεί και χωρίς την άδεια της κομμούνας. Μα δε θα του δώσουν ούτε σπίτι, ούτε χρηματικό βοήθημα.

ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΣΕΒΟ

Όλος αυτός ο πληθυσμός δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής ειδών για σπορ: παπούτσια πάνινα, πατίνια, τρικό, ρακέτες για τένις, κτλ. Η όλη παραγωγή φτάνει τα 26 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο.

Οι ληστές αυτοί έχουνε δύο ορχήστρες με 140 όργανα, μια χορωδία από 100 άτομα, 140 εφημερίδες του τοίχου, μια τυπωμένη («Ο κομμουνάρος»), λέσχη με φιλολογικό και δραματικό τμήμα, και όλοι πρόσωπα φωτεινά, αγαθά και ημερωμένα. Στο θέατρό τους έρχονται συχνά θίασοι από τη Μόσχα και δίνουνε παραστάσεις.

Αληθινό θαύμα είναι το κομπινάτ των σχολείων του Μπόλσεβο. Τόσο τέλειο και άνετο και πλουσιότατα εφοδιασμένο ούτε ονειρευτήκαμδε εμείς στη νΑθήνα.

Αποτελείται από ένα εφτατάξιο σχολείο και ένα τέχνικουμ (σχολείο μέσης τεχνικής εκπαίδευσης). Εδώ φοιτούν μετά την εργασία τους και οι μεγάλοι επί τρεις ώρες για να μάθουν γράμματα. Πολλοί από το σχολειό του Μπόλσεβο εξακολουθούνε τις σπουδές τους στα ινστιτούτα ή στα πανεπιστήμια της Μόσχας.

Μπροστά στο σχολειό είναι στημένη από σκούρα πέτρα η προτομή του Ντερζίνσκι, που αυτός το ίδρυσε.

Και τώρα θέλετε συμπέρασμα; Ιδού αυτό:

«Οι μπολσεβίκοι καταστρέψανε την ηθική και την οικογένεια…»

Σκεφθείτε ακόμα και τούτο: οι εφημερίδες τους δεν αναγράφουνε σκάνδαλα. Τα λογοτεχνικά τους βιβλία λογοκρίνονται πριν τυπωθούν μην είναι ανήθικα στο περιεχόμενο και πολύ λευτερόστομα στο ύφος· ούτε ληστρικά, ούτε πορνογραφικά μυθιστορήματα. Σ’ όλα τους τα μουσεία ζωγραφικής δε θα βρεις ένα «γυμνό».

Ανήθικη λοιπόν είναι αυτή η κοινωνία ή μέχρι σχολαστικισμού πουριτανική;


2. 10. 1934 Ελεύθερος Άνθρωπος