Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Ποτέ την Κυριακή

Ζούμε για μια κυριακή, βάλτε μας όλους φυλακή, λέει ένα σύνθημα των παοκτζήδων για τους συλληφθέντες ομοϊδέατες τους, έξω από το γήπεδο της τούμπας. Κι αν το καλοσκεφτείς, δεν εκφράζει μόνο αυτούς, αλλά σχεδόν μια ολόκληρη κοινωνία.

Τι γίνεται όμως με το παλιό, κλασικό όπιο των λαών, όπως το χαρακτήριζε ο μαρξ; Αυτό τα βολεύει με τη θρησκευτική του συνείδηση για τη μέρα του κυρίου (που σε άλλους πιο βόρειους πολιτισμούς ονομάζεται ημέρα του ήλιου –sontag, sunday, κτλ), πετυχαίνοντας για το ποίμνιό του να ξεκινάει η (θεία) λειτουργία των καταστημάτων αμέσως μετά τη θεία λειτουργία. Κι έτσι να λειτουργούν όλα ρολόι για το θεό του χρήματος και το πνευματικό του είδωλο, με το οποίο δεν έχουν ούτως ή άλλως πολλά να χωρίσουν, παρά μόνο στη μοιρασιά.

Άλλοι πάλι νανουρίζονται από το όπιο της κοινωνικής ειρήνης, συνοχής και του καλού εργοδότη, του καπιταλιστή με κοινωνικές ευαισθησίες, που θα κρατήσει κλειστό το μαγαζί του, πχ όπως ο σκλαβενίτης κι η αλυσίδα του (οι προλετάριοι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ δεν έχουν παρά να χάσουν τις αλυσίδες τους και να κοινωνικοποιήσουν αυτές των αφεντικών τους). Το ότι το κάνει βέβαια για τους δικούς του λόγους, επειδή έχει υπολογίσει πως δεν το συμφέρει να ανοίξει κι ότι τα κέρδη του δε θα καλύψουν τα λειτουργικά έξοδα, αλλά παρόλα αυτά το πουλάει παραέξω με το περιτύλιγμα της κοινωνικής ευαισθησίας, είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια που δε φαίνεται να ενοχλεί πχ το εργοδοτικό σωματείο.

Κι αυτή η «χασούρα» ισχύει για πολλούς ακόμα μεμονωμένους καπιταλιστές, που δεν πρόκειται να δουν τον τζίρο τους να αυξάνεται θεαματικά αυτές τις μέρες, αλλά γνωρίζουν πολύ καλά πως θα καταγάγουν ταυτόχρονα μια στρατηγικής σημασίας νίκη απέναντι στην εργατική τάξη και σε όσους καταπίνουν αμάσητο το κουτόχορτο πως τα υποζύγια (άιντε θύμα, άιντε ψώνιο) δεν έχουν αρκετό χρόνο για να κάνουν τις αγορές τους και τα (άιντε) ψώνια τους.

Και τι θα γίνει λοιπόν αν τους μειώσουν τον ελεύθερο χρόνο και αρχίσουν να εργάζονται και τις κυριακές; Ποιος θα ψωνίζει, αν δουλεύουμε όλοι κυριακάτικα; Μήπως λοιπόν θα πρέπει τότε να λειτουργούν τα καταστήματα και τις νύχτες; Και τότε πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως; Πώς θα δούμε αχτίδα φωτός στην άκρη του τούνελ (που δε θα είναι η ελπίδα που έρχεται καταπάνω μας να μας τσαλαπατήσει και να ισοπεδώσει τις τελευταίες εργατικές κατακτήσεις που έχουνε μείνει όρθιες); Πώς μπορούμε να νικήσουμε τη μαυρίλα του εργασιακού μεσαίωνα και να φτιάξουμε την πολιτεία του ήλιου –όπως την είχαν φανταστεί κάποιοι πρωτοπόροι οραματιστές ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια;

Το βασικό ζητούμενο είναι να ξεπεράσουμε τη λογική που φανερώνει υποσυνείδητα το οπαδικό σύνθημα στην αρχή του κειμένου: ζούμε για μια κυριακή. Και για χάρη αυτής της ιερής ημέρας, που κανείς δεν μπορεί να την αγγίξει, θυσιάζουμε όλη την υπόλοιπη ζωή μας και τις ημέρες της. Ή κατ’ αντιστοιχία να θυσιάζουμε ένα αλλοτριωτικό οκτάωρο στο βωμό του κέρδους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως θα είμαστε «ελεύθεροι» στον «ελεύθερο» χρόνο μας, να κάνουμε αυτά που θέλουμε.

Το ζήτημα είναι να γίνει κάθε μέρα κυριακή, δηλ σαν κομμουνισμός, όπως ανέφερε κάπου και ο αλτουσέρ (κι αναπαρήγαγε αρκετά συχνά στα βιβλία του κι ο ρούσης), πιθανότατα στο «μέλλον [που] διαρκεί πολύ». Μέλλον κι όχι «ιστορία», όπως είπε σε μια πρόσφατη συνέντευξη ο τσίπρας, που δεν μπορεί να μάθει καλά-καλά τους τίτλους των βιβλίων –πόσο μάλλον τσιτάτα- που έχει ακούσει κάποτε από το μηλιό.

Σήμερα δεν υπάρχει χρυσή τομή και... «έντιμος συμβιβασμός», μεταξύ άλλων γιατί δεν υπάρχει το αντίπαλο δέος της σοβιετικής ένωσης, να διασφαλίζει τα εργατικά δικαιώματα για τους λαούς και μια κατάσταση ισορροπίας, που ανήκει στο παρελθόν. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι όλη η ζωή μας και όχι οι μικρές χαραμάδες, μικρές ανάσες ελευθερίας και τα διαλείμματα από την εργασία μας και τη βασική μας ενασχόληση. Είτε θα τη διεκδικήσουμε και θα την κερδίσουμε ολόκληρη, είτε θα μείνουμε να παρατηρούμε παθητικά την άμμο να γλιστρά από τα χέρια μας, περιμένοντας κάθε φορά έναν έντιμο συμβιβασμό, που απλώς θα παζαρεύει πόσα θα χάσουμε και θα διαωνίζει τον αστικό μεσαίωνα, στον εικοστό πρώτο αιώνα.


Αλλά εμείς δούλοι του εικοστού πρώτου αιώνα δε θα γίνουμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια: